Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Εδώ που ζω σ’ ετούτο το αξιότιμο σπίτι της δάφνης


Ζω μέσα στα ξύλινα πόδια μου και ω!
στα καταπράσινα χέρια μου.
Είναι πολύ αργά να ευχηθώ
να μην είχα τρέξει μακριά σου, Απόλλωνα.
Το αίμα ακόμα ρέει στις φλέβες μου που ζώνει ο φλοιός.
Εγώ, που νύμφη έτρεξα, με πόδια ρίζες να γλιτώσω
έχω μονάχα αυτήν την τελευταία επιθυμία,
να οπλίσω αυτά τα δέντρα μέσα στα οποία βρίσκομαι.
Αυτό το μέτρο που έχασα, μετάξι ντύνει τους παλμούς μου. 
Κάθε αιώνας που περνά, οι πανουργίες της ανάγκης με πονάνε. 
Η παγωνιά χτυπά ελαφρά το δέρμα μου
κι εγώ στέκομαι τιμημένη και στιλπνή
γιατί εξαφανίστηκες εγκαίρως.
Ο αέρας σφυρίζει για σένα, για το πέπλο της ανάσας μου
που διαλύεται  στο φως σου
με αυτήν τη συγκλονιστική ιεροτελεστία. 
Ξέρω μονάχα πώς αυτός ο άκαιρος πόθος
πέταξε για πάντα τη σάρκα στον αέρα
και κύλησε τους φόβους μου
μέχρι την μύχια Ρώμη του μύθου που διασχίσαμε.
Είμαι γροθιά της ταραχής μου
καθώς ξεχύνομαι στα αστέρια στα άδεια χρόνια. 
Χτίζω τον αέρα με το στέμμα της τιμής, σύμβολο
για την άκαιρη και άτυχη όρεξή μου.
Να με τιμήσεις βιάστηκες, Απόλλωνα.
Δεν έχει μείνει  πια κανείς που να καταλαβαίνει
πώς περιμένω εδώ
μέσα στα ξύλινα πόδια μου και ω!
στα καταπράσινα χέρια μου.


WHERE I LIVE IN THIS HONORABLE HOUSE OF THE LAUREL TREE
I live in my wooden legs and O
my green green hands.
Too late
to wish I had no run from you, Apollo,
blood moves still in my bark bound veins.
I, who ran nymph foot ito root in flight,
have only this late desire to arm the trees
I lie within. The measure that I have lost
silks my pulse. Each century the trickeries
of need pain me everywhere.
Frost taps my skinn and I stay glossed
in honor for you are gone in time. The air
rings for you, for that astonishing rite
of my breathing tent undone within your light.
I only know how this untimely lust has tossed
flesh at the wind forever and moved my fears
toward the intimate Rome of the myth we crossed.
I am a fist of my unease
as i spill toward the stars in the empty years.
I build the air with the crown of honor; it keys
my out of time and luckless appetite.
You gave me honor too soon, Apollo.
There is no one left who understands
how I wait
here in my wooden legs and O
my green green hands.



Δεν υπάρχουν σχόλια: