Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Η τροφός..






Ένα ποίημα του Νερούδα που το θεωρώ πραγματικά συγκλονιστικό!


Προχωρεί η παραμάνα
Με τα ξύλινα τσόκαρά της, ψες το βράδυ
Φύσηξε ο αέρας του Πόλου, οι στέγες
Σμπαραλιάστηκαν, διαλύθηκαν
Οι τοίχοι κι οι γέφυρες,
Όλη νύχτα ούρλιαζε με τις τίγρεις του
Και τώρα, αυτό το πρωινό
Του παγωμένου ήλιου, νάτη
Η παραμάνα μου, η κυρά
Τρινιδάδ Μαρβέρδε,
Γλυκειά σαν την ντροπαλή φρεσκάδα
Του ήλιου των χωρών της θύελλας,
Φωσάκι
Σμικρό και σβενάμενο
Και ν’ ανάβει πάλι
Να βλέπουν όλοι το δρόμο.

Ω γλυκειά παραμάνα,
Ποτέ μου δεν μπόρεσα
μητριά να σε πω.
Τώρα
Τρέμει το στόμα μου να σε καθορίσει
Γιατί μόλις
Ήμουν στην ηλικία που καταλαβαίνει κανείς
Είδα την ομορφιά ντυμένη με σκούρα μαυρα ρούχα
Την πιο χρήσιμη αγιοσύνη:
Του ύδατος και τα’ αλευριού·
Κι υπήρξες αυτό: η ζωή σε ζύμωσε ψωμί,
Που τρώγαμε εκεί
Απ’ τον μακρύ χειμώνα ως τον έρημο χειμώνα
Με τη στέγη να στάζει,
Κι η πανταχού παρούσα ταπεινοφροσύνη σου
Να τεμαχίζει
Το τραχύ σιτηρό
Της φτώχειας
Σαν να μας
Μοίραζες
Ένα ποτάμι διαμάντια.

Αχ μαμά, πώς μπόρεσα
Να ζήσω χωρίς να σ’ επικαλεστώ
Σε κάθε μου στιγμή;
Δεν είναι δυνατό. Φέρνω
Μες το αίμα μου το Μαρβέρδε σου,
Τα’ όνομα
Του ψωμιού που μοιράζεται
Απ’ αυτά
Τα απαλά χέρια
Που έραψαν μέσα σ’ ένα σάκο αλεύρι
Τα εσώρουχα της παιδικής μου ηλικίας,
Εκείνης που μαγείρεψε, σιδέρωσε, έπλυνε,
Έσπειρε, ανακούφισε τον πυρετό,
Κι όταν όλα τελείωσαν
Και στητός μπορούσα να στέκομαι στα πόδια μου
Έφυγε, σκοτεινή κι αψεγάδιαστη,
Στο μικροσκοπικό φέρετρο
Όπου για πρώτη φορά τεμπέλιασε
Κάτω απ’ την σκληρή βροχή του Τεμούκο…







Δεν υπάρχουν σχόλια: