Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ..

ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Καρναβάλι γιορτάζουν οι άδικα νεκροί.
Φορούν ενα μαντήλι-σα νύφες-τριγύρω στο κρανίο
και πλησιάζουν τους ζωντανούς.
‘’Χάσαμε λίγο ακόμη κλάμα’’ τους λένε,
‘’και μιαν άνοιξη’’.
Και μετά ανοίγουν τα σκέλια
συνουσιάζονται αχόρταγα,
σαν ίδιοι.

ΚΡΥΩΝΕ....
Βρέθηκε να φιλιέται με πάθος,
μ΄ενα τεράστιο ψάρι
Με το που εμφανίστηκε μπροστά της
έβγαλε επιθετικά τη γλώσσα
και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
‘Ηταν η λίμνη;
Τα όνειρα υγρασίας που έφτιαχνε;
Ο Ψάρης πάντως δεν εμφανίστηκε-
Υπήρχε.
Όσο την έσφιγγε,
κοκκίνιζαν τα μάτια του.
Τα λέπια του σκληρά τη ματώναν
Τα πράγματα στο δωμάτιο πέταγαν
Ο χώρος άδειαζε.
Αυτη θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις-
κυρίως ονόματα,
τώρα δα γδαρμένη αλλα χωρίς πόνο κολυμπά,
απολαμβάνει την ανάσα με τα βράγχια.
‘’Εραστή.... δεν έχω πια βάρος
πότε πέθανε η μάνα μου;
Το φανταζόμουν γκρι
μα είναι γαλανό ως και το αίμα μου.
Απλά κάνει πολύ κρύο....
Η υγρασία είναι;’’

ΔΡΕΨΑΤΕ ΑΝΘΗ ΕΡΑΣΤΕΣ

Περπάτησε ο ερωτευμένος-
Χορεύοντας τα μέσα του.
Εικόνες σάρκας,
ήχοι τρυφερότητας σκληρής.
Θα έκανε ένα ξεκίνημα,
έγραψε πρωι-πρωι μια σημείωση :
‘’Σήμερα, είναι μια νέα μέρα’’
Πιο πολυ σκεφτόταν την ένταση,
την αντίσταση
την αντιστροφή
την παραδοχή,
την παράδοση.
‘’Aργείς ακόμη ρε ;’’
Ο μικρός ξεμύτισε απ΄το κάδο.
Με μια μισάνοιχτη συσκευασία κιμά
Ένα χαρτονένιο κουτί τσαλάκα με δυο κομμάτια πίτσα
Αναψοκοκκινισμένος-
Πεισματάρικα.

ΕΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΕΙΔΑ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Φωνή και ούτι
Αμαν !
Βγήκε κι αυτή η ανάσα...
Μνήμες την έπνιγαν
πείσματα τη σπρώχναν
ουλές την ομορφαίναν.
Έρωτες πόνου,
κρυφοί σαν
την ελπίδα-
Άγριοι
όπως κάθε σαρκοφάγου,
που συνήθως πεινά.
Αμαν !
Κι απ΄εδώ και κάτω δάκρυα βγαίνουν.
Χασούρες
λάθη
γλύκα υγρή.
Γι΄αυτό-
‘’κοίτα με
κι από τη μέση
και χάμω’’
Τσιφτετέλι,
επιτάφιος.

ΠΡΟΥΣΣΟΣ
Φτάσαμε σύντροφοι:
Εδώ χτίστηκε ο μικρός αυτός πύργος, ‘’τιμής ένεκεν’’.
Εδώ φοβήθηκε φωναχτά,’’τιμής ένεκεν’’.
Έχουμε το σώμα μας :
Σταματάει εκεί το ‘’έχω’’
Κομματάκια του φεύγουν
Κομματάκια του χαρίζονται
Κι αυτό μένει εκεί.
Με τη μυρωδιά της αλήθειας, της φθοράς, της ανυπομονησίας.
Το ποτάμι μέσα απ την ομίχλη
Πατήματα στη μοναξιά,
Ο στρατηγός Καραισκάκης- μέγας φοβιτσιάρης
Γι΄αυτό ένας πυρετός με μουστάκι
Κοντούλης μαυριδερός
Δεν τούλειπε η μάνα του……..
Βιαζόταν.

ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ ΕΚΔΡΟΜΗΣ

Ο ανύπαρκτος επιμένει
συναντήθηκε με κάποιον στο δημόσιο ουρητήριο :
΄΄Κι εσείς.. εδω λοιπόν’’
πρόκειται για αντανακλαστικές κινήσεις
άλλωστε υπό την γη, ο θόρυβος λιγοστεύει.
‘’Βέβαια, πρέπει να μπορεί κανείς ν΄αντιμετωπίζει τους γλάρους
είναι τόσοι πολλοί εδω μέσα’’,
’’δεν βαριέστε  αγαπητέ, εδω υπάρχουν φυλακισμένοι χρόνια
ελάχιστο ζωτικό χώρο χρειαζόμαστε’’,
‘’ο κύριος παίρνει το μπάνιο του’’
‘’ναι, τον ενοχλείτε όμως με την αναφορά’’.
Ό,τι καταγράφεται υπάρχει
σαν τις μηνιαίες υποχρεώσεις ....έσοδα-έξοδα
‘’υποσχέθηκα να ξεχρεώσω όταν τα χρώματα γίνουν πιο παλ’’
‘’εμένα πάλι, πεινούν τα μάτια μου’’
‘’και αναρωτιόμουν φίλτατε, γιατί αυτό το μικρό δάκρυ; Να, σάλιο ήταν’’
Για τη διαφυγή υπάρχει ο εφιάλτης, επαναληπτικό όπλο
Πολλοί προτιμούν να ξυπνούν
Άλλοι οργίζονται πολυ
‘’ Η γνώμη σας για την οργή ;’’
‘’Ηρέμησα και θ΄ανέβω πάλι-
ελπίζω σε αυτούς που θα έρθουν μετά’’
Στοιχειώδες : να μην αφήνεις τη μέρα κενή

ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΩΜΙΚΟ ΔΡΟΜΟ

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιό πάτωμα ; είναι δρόμος…….
‘’Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή-
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής’’.
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δεν δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο-
ίσως και νάναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου.
Όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες
Βάζει στη πλοκή ‘’τη δύναμη του καλού’’
Προφυλακτικά πεταμένα ,
αλλά τα πιο πολλά είναι άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας,
λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία στο θάνατό τους:
πεθαίνουν από ανακοπή
Πετάς πάνω απ΄τους βρώμικους δρόμους
Έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια.
Ακούς την πιο βαριά ροκιά σου :
Casta Diva …….μάλλον το ’58.
Κατεβαίνεις-
φτάνει η επίλεκτη καταστολή :
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει
‘’Πόσοι μένουν σ΄αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή’’
‘’Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο’’

 (Αφιερωμένο στη κυρία Πελαγία Μπότση )

Δεν υπάρχουν σχόλια: