Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

"Αλτρουισμός στην ποίηση"


Το απόγευμα μέχρι τις πέντε καθόμουν στο δωμάτιο διαβάζοντας θεωρία ενώ έτρωγα καρότα. Δύο, δύναμη. Τώρα, σε ένταση, αλλά σε βάθος, κι  όχι τεχνητά (οπότε όχι "υπερφορτισμένη), έχω απλώσει τα χαρτιά μου κι εξασφαλίσει το βράδυ, με διάθεση να ξεπεράσω ακόμα και την αμεσότητα που μοιάζει προς στιγμή σαν πρόγνωση (τόσο γεμάτη σχέδια είμαι).  Σκυλιά στην ομίχλη.  Κάποιος πεθαίνει και πλησιάζει το ασύλληπτο - "δεν μπορούμε πια να αγνοούμε την ιδεολογία, έχει γίνει μια σημαντική λυρική γλώσσα."  Είχα ακούσει αυτό το μουσικό κομμάτι (έβγαινε Σουτ Ποπ) σε πολλές πόλεις, και τώρα ξανακούγοντας το μια σειρά σκαλοπάτια και μια στενή εξώπορτα οδηγούσαν στο περιστρεφόμενο, υγρό φως του Μέχνικοφ Πρόσπεκτ  και στην εκτυφλωτική ημιδιάφανη σκόνη του, κι ένιωσα ξανά τη σύνθετη ευτυχία της δικής μου εκπληρωμένης αλαζονείας και σαστισμένης θηλυκότητας όπως είχε εκδηλωθεί  στην διαφορετικά απέραντη μητρόπολη της Αμιένης (η μητέρα της μητέρας μου είχε παντρευτεί τον εξάδελφο της, κρατώντας έτσι το πατρικό της όνομα,  και ισχυριζόταν ότι το "Ράσκιν"  ήταν παραφθορά του δικού της "Έρσκιν", κι ότι εκείνος ήταν συγγενής), αλλά παρόλο που θα μπορούσα να πω ότι η μουσική έφερνε αυτά τα μέρη πίσω σ' εμένα, η ίδια η σύνθεση γινόταν όλο και πιο παράξενη όσο την άκουγα πάλι, λιγότερο αναγνωρίσιμη, στο σκοτάδι, όπως όταν κάποιος επαναλαμβάνει μια λέξη ή φράση ξανά και ξανά, για να αποσυνδέσει τους συσχετισμούς της, να την αποξενώσει, και ο άνδρας που έπαιζε αυτό το κομμάτι με ξάφνιαζε με τη σιγουριά  του.  Οι μέρες πεθαίνουν.  Τεντώνεις τα μαύρα εξώφυλλα κι ανοίγει  η ράχη του βιβλίου όπως τα πέταλα στο σκυλάκι.  Οι εισαγωγές περιέχουν τόση αιωνιότητα, όταν ξαναγράφεις ένα άνισο κείμενο. Ο ήχος του σαξοφώνου, όπως λένε, μοιάζει πολύ ανθρώπινος, ακόμα κάτι να ζηλέψεις.  Είναι βαρετό να μην έχεις ερωτήματα όταν μιλάνε. Κι ένα άλλο πράγμα: πονηρά, και μαλακά, αλλά μαζί με ήπια αναλυτική δυσκολία και χιούμορ (έχω πει, και το εννοούσα,  ότι θέλω οι άλλοι να το "καταλαβαίνουν" κι ωστόσο, πολύ συνειδητά απεχθάνομαι να το "διευκρινίζω"). Η πραγματικότητα φέρνει (διαδίδει) νέα πρότυπα τάσεων. Το σχέδιο στα πλακάκια του λινόλεουμ με καθοδηγεί στο σφουγγάρισμα τους, κι όταν πρέπει να πατήσω σε καθαρό πάτωμα για να ξεβγάλω τη σφουγγαρίστρα, απλώνω μια πετσέτα και πατάω, παρόλο που αυτό  σημαίνει περισσότερο πλυντήριο.  Η αναγωγή της έκφρασης σε βίωμα. Τι νόημα βγαίνει απ' αυτό εξαρτάται, η ανυπομονησία της εκπλήρωσης. Η γλώσσα Ρ είναι παράλληλη με τη γλώσσα Ε, ίσως δεν μπορούν να εφάπτονται, οπότε περιοριζόμαστε σε μια μετάφραση (περιγραφή) έκσταση. Ο άνθρωπος είναι ένα μόριο του διαστήματος που συνειδητοποιεί τον εαυτό του στιγμιαία. Τώρα με τους γείτονες στ' αριστερά, που τους ακούμε να κουβεντιάζουν ξεπερνώντας τους ήχους της κουζίνας από τα ανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι, μοιραζόμαστε μια μηχανή για το γρασίδι κι ένα φράχτη. Μέλισσες βουίζουν χωμένες στα λουλούδια. Ψηλά το μικρό αεροπλάνο σέρνει ένα πανό, είναι καλοκαίρι, οι μηχανές του επιταχύνουν και γκρινιάζουν- για χρόνια υπέφερα από εφιάλτες όπου ένα τέτοιο αεροπλάνο έχανε τον έλεγχο και βούταγε με τούμπες στη σκεπή της σχολικής τάξης, λαμπαδιάζοντας τα μπλε, κόκκινα, πράσινα, και κίτρινα του Παγκόσμιου Άτλαντα του Χάμμοντ.  Στις χρόνιες ιδέες μου επιστρέφω.  Τα μετάλλια του Στάλιν παραδέρνουν στα παρμπρίζ των φορτηγών σε όλες τις δημοκρατίες-  γιατί το κάνουν αυτό. Η γλώσσα της αναζήτησης, παιδαγωγική της ποίησης. Αποφεύγει κανείς να ξελογιαστεί από το απόλυτο θαύμα όλου αυτού, όπου το κάθε τι μεταμορφώνεται από την ομορφιά.  Υπάρχει μια ξέχειλη λίμνη και το φως του ήλιου προβάλλει από αυτήν όπως ένας βράχος, σαν το γέλιο αυτών που γελούν.  Περασμένα μεσάνυχτα, εξαντλημένος, αδύναμος, και πολύ γέρος, ο σταχτής πάγος - ο κάστορας του Χάλεϊ - κολυμπούσε στον ουρανό προς το πυκνό δάσος στην απόμακρη κορυφογραμμή, μέρος της ουράς του βυθισμένο.  Η ροή των σκέψεων- ασύλληπτη!  Μια λέξη να φρουρεί ηπείρους φρούτων και οργάνων, ένας βόμβος  στον ανταποκρινόμενο ουρανό. Οι λαρυγγισμοί του Εσκιμώου στο καταγιάκ  πάλλονται. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος μη σπαταλήσεις μια μοναδική ευκαιρία.  Γι αυτό το λόγο  πρέπει να πάρεις το αυτοκίνητο, που στέκεται μπροστά στο σκονισμένο ξύλινο σπίτι δυο μέρες τώρα κοντά στ' άχυρα και μετά μπροστά από μια στυφή αλλά και ήμερη βρυόφυτη βουνοπλαγιά μες στις σκιές ένα μίλι μακριά και άλλα δυο χωρίς να υπήρχε ποτέ κάτι άλλο ανάμεσα. Δες τη συμμετρία.  Κόκκινη μητέρα, κόκκινος πατέρας, πολλά κόκκινα και ρόδινα  παιδιά, τα περισσότερα γυναίκες σταθερότητας. Αυτή η λέξη.  Δεν είναι ατέλεια ο θάνατος, το θέμα είναι να θυμάσαι πάντα το σωστό πράγμα στη σωστή στιγμή. Το παρόν είναι ένα μέλος. Μια πέτρα ανθρώπων προβάλλει από τη γη στα φιλιά του ήλιου.  Διαρκής πόθος. Ήμουν μια τυφλή φωτογραφική μηχανή όλη μέρα σε προετοιμασία γι αυτό το όνειρο.  Η πεισματική επαγωγή από το σπίτι (να αποδείξω πως ό,τι  είχα ακούσει ήταν ενδιαφέρον) για κάποια επανάσταση.  Πόσο μεγάλη είναι αυτή η μπάλα- ήχου. Ομολογώ ειλικρινά ότι ήμουν αρκετά ευτυχισμένη μέχρι που ρωτήθηκα εάν ήμουν... είμαστε γεμάτοι ενδοιασμούς για την ατομικότητα και ... με μια ενόχληση για το περιτύλιγμα - η ευτυχία δεν έχει αξία, ο παππούς μου με βεβαίωσε όταν ήταν πολύ γέρος, δεν την είχε επιδιώξει ποτέ  για τον εαυτό του η για τον πατέρα μου, δεν είχε να κάνει  με το αν μια  ζωή είναι καλή ή όχι. Ο φόβος του θανάτου είναι κατάλοιπο, η απεραντοσύνη του υπέρβαση, ισοτιμία- ένα απόλυτο. Απροθυμία τόση που δεν μπορεί να γεμίσει.
                          
                         
                                             
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
                                   
Με το αυτοβιογραφικό πεζό ποίημα Η Ζωή μου, η Λυν Χετζίνιαν,  μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της γλωσσοκεντρικής κίνησης στη δεκαετία του '70 , δίνει το προσωπικό της στίγμα και στο αυτοβιογραφικό είδος πειραματιζόμενη όπως συνηθίζει εκτός κατεστημένων θεσμών. Η Ζωή μου αναπτύσσεται μορφολογικά μέσα από μια ιδιότυπη αριθμητική δομή σε δύο περιόδους και δύο εκδόσεις με τον ίδιο τίτλο (Burning Deck, 1980  & Sun & Moon Press, 1987).  Το πρώτο βιβλίο γράφεται όταν η ποιήτρια είναι 37 χρόνων, συγκροτημένο σε 37 παραγράφους, "χρονικές ενότητες"2, όπως η ίδια τις χαρακτηρίζει,  κάθε ενότητα ολοκληρωμένη σε 37 προτάσεις.   Οκτώ χρόνια αργότερα η  συγγραφέας, 45 χρόνων, αναθεωρεί την πρώτη έκδοση προσθέτοντας 8 νέες ενότητες, κάθε μια ολοκληρωμένη σε 45 προτάσεις, ενώ προσθέτει 8 ένθετες προτάσεις σε κάθε ενότητα της προηγούμενης έκδοσης, θεωρώντας  την γραφή περί τον εαυτό ως μια αμφίδρομη βιωματική διαδικασία σε διαρκή εξέλιξη. "Σύμφωνα με τον δικό μου κανόνα δεν μπορούσα να αφαιρέσω κάτι, γιατί δεν μπορείς να αφαιρείς από μια ζωή που έχεις ζήσει. Αλλά όσο ζεις περισσότερο η εμπειρία γίνεται και αναδρομική καθώς φέρνεις όλο και πιο πολλά στη μνήμη, οπότε στην πορεία παρατείνονται έτσι και  τα νεώτερα χρόνια  σου. Τουλάχιστον αυτό ήταν το επιχείρημα μου. Οπότε μπορώ να συνεχίζω να προσθέτω"3.  Όταν η Λυν Χετζίνιαν  γίνεται 60 χρόνων έχει έτοιμο το βιβλίο Η Ζωή μου στη δεκαετία του Ενενήντα (My Life in the Nineties, Shark Books, 2003), χωρίς όμως πια αυτό να αποτελεί μια ακόμη ανάπτυξη της προηγούμενης αυτοβιογραφίας της. Πρόκειται για   ανεξάρτητη ενότητα διαιρεμένη με την ίδια αριθμητική λογική σε 10 μέρη αντιπροσωπευτικά των χρόνων της δεκαετίας του τίτλου, κάθε μέρος ολοκληρωμένο επίσης σε 60 προτάσεις, όπου πάλι επαναλαμβάνονται ένθετες φράσεις από το προηγούμενο βιβλίο, αυτή τη φορά όμως για να συνδέσουν απλώς τις δυο ενότητες και όχι για να συμβάλουν στη δυναμική των συμφραζομένων όπως συμβαίνει στις προηγούμενες εκδόσεις.

Δείγματα αυτοβιογραφικής γραφής -Απολογίες, Εξομολογήσεις ή Απομνημονεύματα-  εμφανίζονται ήδη από την αρχαιότητα, όμως ο όρος Αυτοβιογραφία καθιερώνεται πολύ αργότερα, τον 19ο αιώνα, με την εξάπλωση του Ρομαντικού κινήματος  και την ιδιαίτερη έμφαση  που αυτό δίνει στον κυρίαρχο ρόλο του συγγραφέα ως εκφραστή της προσωπικής σχέσης του με τον κόσμο. Ωστόσο παρά την καθιέρωση του όρου και τη μεγάλη αύξηση των αυτοβιογραφιών που δημοσιεύονται έκτοτε, το αυτοβιογραφικό είδος δεν  εξελίσσεται σημαντικά. Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα συνεχίζει να αντιπροσωπεύεται από ιστορήματα σε πεζό λόγο, όχι απαραίτητα λογοτεχνικά, τα οποία απηχούν την ανακλητική φωνή του αυτοβιογραφούμενου  σε μιαν αναπαράσταση ζωής με υλικό  τις αναμνήσεις του από προσωπικά βιώματα, σκέψεις, συναισθήματα, και απώτερο στόχο την ανάδειξη της προσωπικότητας του.  Ακόμη και μετά τις ανατροπές της μετανεωτερικής θεωρίας, η Αυτοβιογραφία  διατηρεί στις περισσότερες περιπτώσεις τη γνωστή παραδοσιακή μορφή της με κύρια χαρακτηριστικά την αναφορικότητα και εσωστρέφεια μιας ολοκληρωμένης αφήγησης και πλοκής υπό την γραμμική αντίληψη  του χρόνου και από την οπτική γωνία του συγγραφικού υποκειμένου.  Η Λυν Χετζίνιαν  αποπειράται  ένα εντελώς διαφορετικό είδος αυτοβιογραφίας αμφισβητώντας τον κανόνα και ανατρέποντας τους  δεδομένους κώδικες. Σε μια " υγιή  διαλεκτική μεταξύ ποίησης και γλώσσας"4, παρελθόντος και παρόντος, απόκρυψης και αποκάλυψης,  Η Ζωή μου, εκτός από την άνευ προηγουμένου δομή της αποτέλεσμα  μιας διαίρεσης δια του σαρανταπέντε, αρνείται την αναφορικότητα, αναιρεί την αφηγηματική συνθήκη,  ακυρώνει την πλοκή, διασπά τον γραμμικό χρόνο, καταργεί την περιγραφική φωνή του συγγραφέα. "Τα παλαιά αποσπασματικά κείμενα, τα  πρώτα Αιγυπτιακά και Περσικά συγγράμματα,  ή τα έργα της Σαπφούς, είναι προκλητικά και απολαυστικά, για το μυστήριο που προκύπτει από τις χαμένες αράδες τους"5.  Αυτό το μυστήριο ως πρόκληση και απόλαυση  επιφυλάσσει η συγγραφέας στον αναγνώστη της αυτοβιογραφίας της. Με απροσδόκητα σχήματα λόγου,  αφορισμούς, μετωνυμίες, λογοπαίγνια, παρηχήσεις, ομοιοκαταληξίες, παύσεις, επαναλήψεις, ερωτήσεις χωρίς ερωτηματικά και ασύνδετες μεταξύ τους προτάσεις,  συγκροτεί ένα ελλειπτικό, αχρονικό, ανοιχτό ποιητικό κείμενο, επιζητώντας τη μεσολάβηση του αναγνώστη στη δημιουργική ανάγνωση του. «Ο άνθρωπος είναι ένα μόριο του διαστήματος που συνειδητοποιεί τον εαυτό του στιγμιαία"6, αναφέρει στην τελευταία ενότητα του ποιήματος6  ενώ νωρίτερα επισημαίνει ότι "μόνο τα θραύσματα είναι αληθινά. Διάσπασε τα σε μεμονωμένες λέξεις, φόρτισε τις σε συνδυασμούς"7.  Η αυτοβιογραφία της Χετζίνιαν, με στοχαστική πρόθεση και προσωπική ιδιωματική γραφή, αναζητεί και επαναγράφει αυτά τα σκόρπια στιγμιαία θραύσματα συνείδησης ως προσωπική της αλήθεια, πιστεύοντας παράλληλα ότι η σημασία της αλήθειας αυτής πολλαπλασιάζεται και διευρύνεται στη συνάντηση της με την αναγνωστική εμπειρία.

 "Μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί". Με αυτή τη φράση αρχίζει Η Ζωή μου, μια φράση τονισμένη ως τίτλος, η οποία όμως επανέρχεται συχνά ένθετη και σημασιολογικά διαφοροποιημένη στις επόμενες ενότητες. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής αυτού του ποιήματος.  Και στις δύο εκδοχές του, η πρώτη φράση κάθε χρονικής παραγράφου προτάσσεται έντονα και στη συνέχεια απελευθερώνεται για να επανεμφανιστεί αυτούσια ή παραλλαγμένη σε άλλα σημεία του κειμένου. Η τεχνική του επαναλαμβανόμενου μοτίβου στον γραπτό λόγο αποτελεί συχνά ενδιαφέρον ρυθμικό στοιχείο, ενώ όμως κατά κανόνα χρησιμοποιείται  σαν δομικό υλικό που συνδέει τα μέρη του, στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να αναιρεί τη μουσική χρήση του, φαίνεται να τα  αποδεσμεύει και να τα επεκτείνει. Έτσι, οι επανερχόμενες αυτές φράσεις σε αλληλεπίδραση με τα συμφραζόμενα αποκτούν κάθε φορά διαφορετική σημασία. "Λόγω της επανεμφάνισης τους, αυτά που αρχικά έμοιαζαν με απλές λεπτομέρειες ατμόσφαιρας γίνονταν στη συνέχεια θέματα"8.  Ο συνεκτικός,  υπομνηστικός ή καθοδηγητικός ρόλος του  leitmoitv φαίνεται να υφίσταται εδώ μετάλλαξη καθώς "η επανάληψη  αποδιοργανώνει το αρχικό πρόδηλο σχήμα της σημασίας. Η αρχική ανάγνωση προσαρμόζεται, η σημασία κινητοποιείται, τροποποιημένη και επεκτεινόμενη, και η επαναγραφή  όπως προκύπτει από την επανάληψη αναβάλλει συνεχώς την ολοκλήρωση της νοητικής διαδικασίας"9.  Η Λυν Χετζίνιαν  υπερασπίζεται συνεχώς και σταθερά τη δυναμική της νοητικής διαδικασίας με κάθε πρόταση ή λέξη που χρησιμοποιεί ως αυτόνομη μονάδα ανοιχτή στην πολλαπλότητα των νοημάτων της. Το ’’ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο", επαναλάμβανε η Γερτρούδη Στάιν στο ποίημα της Sacred Emily  (1913), υπονοώντας ότι η σημασία της λέξης "ρόδο" μπορεί να διευρύνεται και να επαυξάνεται ανάλογα με την εικόνα που προβάλλει σε κάθε περίπτωση. «Μια παύση, ένα ρόδο κάτι τι στο χαρτί" επαναλαμβάνει η Χετζίνιαν ως κληρονόμος της παράδοσης Στάιν.10  " Ορισμένα γεγονότα (λέξεις ή φράσεις) σε ένα αμετάβλητο λεξιλόγιο μπορεί να επαναλαμβάνονται αλλά τα πρακτικά αποτελέσματα και οι μεταφυσικές  συνεκδοχές τους διαφέρουν από μέρα σε μέρα, από κατάσταση σε κατάσταση. Όπως επεσήμανε η Γερτρούδη Στάιν, υπάρχει επανάληψη αλλά όχι ομοιότητα11. Απόλυτα αντίθετη προς την κλειστή  φόρμα ενός κλειστού λεξιλογίου υπέρ της απεριόριστης δοκιμασίας των δυνατοτήτων της γλώσσας,  η Λυν Χετζίνιαν δοκιμάζει και την γραφή της υπό συνθήκες συνεχούς αναζήτησης μέσα σε κείμενα μη-οριστικά, όπως Η Ζωή μου,  προορισμένα να δοκιμαστούν με τη σειρά τους από την αναγνωστική διαδικασία παραγωγής νοήματος. "Η γλώσσα είναι αεικίνητη"12. "Ποια η σημασία αυτού που εκκρεμεί εξαρτάται"13.

Αν στις συμβατικές αυτοβιογραφίες το πρόσωπο που αυτοβιογραφείται προβάλλεται και επιβάλλεται ως κεντρικός ήρωας με άμεσο αυτοαναφορικό λόγο, στο ποίημα  Η Ζωή μου το συγγραφικό Εγώ συνεχώς  διαφεύγει εκτός χρόνου και τόπου μες  από αποσπάσματα φράσεων, σιωπές,  ρωγμές και χάσματα.  "Θυμάμαι το μπλε παλτό με το κόκκινο φυτίλι αλλά δεν θυμάμαι τον εαυτό  μου μέσα σ' αυτό"14. Σαν παιδί "φανταζόμουν τον εαυτό μου να αναπτύσσεται σε δέντρο, και τότε η επιθυμία μου να γίνω ήταν τόσο έντονη που μ' έκανε άμορφη, ανήσυχη, άυπνη, απαιτητική, ενοχλητική"15. " Ήμουν μια τυφλή φωτογραφική μηχανή όλη μέρα σε προετοιμασία γι αυτό το όνειρο"16. Σε καμία από τις παραγράφους της ποιητικής αυτής αυτοβιογραφίας δεν θα συναντήσει ο αναγνώστης περιγραφές του φυσικού εαυτού της συγγραφέως, βιογραφικές πληροφορίες ή βιωματικό υλικό που  να τεκμηριώνει τη ζωή της. "Ήταν τελικά να γίνω ένα πρόσωπο, ολοκληρωμένο ίσως, στη διάρκεια μιας παύσης, σε ένα κόμμα"17.  Η Χετζίνιαν αρνείται σκόπιμα έναν ορατό εαυτό, υποστηρίζοντας την απελευθέρωση του κειμένου από την παρουσία και επιβολή του συγγραφικού υποκειμένου, πιστεύοντας ότι η προσωπική σχέση του ποιητή με τον κόσμο έχει λόγο μόνον όταν εξελίσσεται και μεγεθύνεται κοινωνικά, απαλλαγμένη από τον εγωκεντρισμό της. Αμφισβητώντας από αυτή τη θέση και τη σημασία της ιστορικότητας κάθε ιδιωτικού παρελθόντος "ό,τι ακολουθεί μιαν αυστηρή χρονολογία στερείται μνήμης"18,  με την επίγνωση ότι η αυταρέσκεια της ανάμνησης εύκολα καταφεύγει στη μυθοπλασία "δεν υπάρχει μεγαλύτερος πειρασμός από αυτόν της ανάμνησης"19, η αυτοβιογραφούμενη αποποιείται την αναφορικότητα. «Ήταν περισσότεροι οι αφηγητές παρά οι ιστορίες, έτσι που ο καθένας μέσα στην οικογένεια είχε μια δική του εκδοχή για την ιστορία και ήταν αδύνατον να πλησιάσεις  το πραγματικό, ή να ξέρεις ‘τι έγινε στ’ αλήθεια’ "20. Η ανάμνηση, ως πλαστογράφος της πραγματικότητας υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της στη δημιουργική μνήμη, η οποία υπερβαίνοντας τα ατομικά όρια, ελεύθερη, αναλαμβάνει το ρόλο του συγγραφικού υποκειμένου εκκινώντας την ποιητική λειτουργία. "Το κενό έδειχνε ότι αντικείμενα ή γεγονότα είχαν ξεχαστεί, ότι κάποιος χώρος είχε κρατηθεί γι αυτά, αν τύχαινε να επανέλθουν"21. Σε κατάσταση εγρήγορσης, η ποιήτρια υποκινείται να ανακαλέσει από το βάθος αυτού του χώρου βιωμένες εμπειρίες και να τις επαναφέρει αυτούσιες στο παρόν προκειμένου να αναβιώσουν διευρυνόμενες ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζονται.  « Η μνήμη είναι ο πλούτος της τάξης μου"22 επισημαίνει. Η μνήμη είναι ο πλούτος του ποιητή,  και τρόπος του να  ανασύρει από τα κοίτασμα της αποσπάσματα, θραύσματα, πρόσωπα, γεγονότα και να τα συναρμολογεί δίνοντας τους υπόσταση και προοπτική. "Ένας ολοζώντανος κένταυρος κάλπαζε στον μυαλό του Δάντη κι ο Δάντης τον παρακολουθούσε"23

" Η ποιητική γλώσσα είναι ταυτόχρονα η γλώσσα του αυτοσχεδιασμού και της πρόθεσης. Η πρόθεση παρέχει το πεδίο της αναζήτησης, ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί το μέσον της αναζήτησης..."24. Απέναντι σε μια αυτοβιογραφία με αυτές τις προϋποθέσεις και προθέσεις, ο αναγνώστης καλείται να αναθεωρήσει τους συνήθεις τρόπους ανάγνωσης. Η Ζωή μου, κείμενο ποιητικής γλώσσας με συντακτικές  ιδιαιτερότητες, αφηγηματική ασυνέχεια, έλλειψη συνεκτικού νοήματος, αποτελεί και για τον αναγνώστη πεδίο αναζήτησης και αυτοσχεδιασμού, αναγνωρίζοντας του ποιητική πρόθεση.  Με επίκεντρο την  γλώσσα και όχι την  πληροφορία, η Χετζίνιαν επιδιώκει να μεταβιβάσει τη δυνατότητα της ερμηνείας στον αναγνώστη, ως διαδικασία υπέρβασης η οποία τον μεταλλάσσει από χειραγωγημένο παθητικό δέκτη σε αναγνωστικό υποκείμενο. Σε μια ελεύθερη πλέον συνάντηση του  με τα σημαινόμενα,  καλείται να αναζητήσει ο ίδιος και να συμπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία, να τολμήσει δικούς του συνειρμούς, να βιώσει  προσωπικά την ποιητική εμπειρία.  "Η ποίηση  θεωρεί ως προϋπόθεση της ότι η γλώσσα (ολόκληρη η γλώσσα) είναι ένα μέσον για να βιωθεί η εμπειρία.  Μας παρέχει τη συνειδητοποίηση της συνείδησης. Βιώνω συνειδητά σημαίνει διαπερνώ ή ξεπερνώ το όριο ( η λέξη προκύπτει από το ελληνικό πέρας [τέρμα, όριο]..."25   Όμως, η παροχή της  δυνατότητας συνειδητοποίησης της συνείδησης σε κάθε εν δυνάμει δημιουργικό αναγνώστη μέσα από  την προσωπική βιωματική εμπειρία του με το κείμενο και τα σημαινόμενα του έχει ως αποτέλεσμα τις πολλαπλές ερμηνευτικές εκδοχές αυτού του κειμένου, ανάλογες με τον αριθμό των  αναγνώσεων του. Η Χετζίνιαν βεβαίως υποστηρίζει  την πολλαπλότητα αυτών των εκδοχών. "Η λέξη 'εκδοχή' είναι ένα συγκριτικό ουσιαστικό το οποίο θα έπρεπε να  υποδηλώνει τον πληθυντικό του τύπο - αυτόν που συμπεριλαμβάνει πολλές"26.   Η Ζωή μου, ως αποκαλυπτική γραφή των πολλαπλών δυνατοτήτων της γλώσσας, επιζητεί από κάθε αναγνώστη τη βιωμένη ερμηνευτική εκδοχή της. "Όταν λες, και οι δύο διαβάζουν το ίδιο βιβλίο, εννοείς την ίδια γραφή  αλλά σε διαφορετικά αντίτυπα ή εννοείς στο ίδιο αντίτυπο  εκ περιτροπής"27. Η ίδια γραφή διαβασμένη σε διαφορετικά αντίτυπα ή στο ίδιο αντίτυπο διαδοχικά  ταυτίζεται σε κάθε περίπτωση με την αναγνωστική  εμπειρία που προκύπτει. "Το 'ανοιχτό κείμενο' εξ ορισμού είναι ανοιχτό προς τον κόσμο και ιδιαιτέρως προς τον αναγνώστη... Επιζητεί τη συμμετοχή, αρνείται την εξουσία του συγγραφέα επί του αναγνώστη....Υπερασπίζεται μια γραφή που είναι παραγωγική αντί καθοδηγητική"28.  Η αυτοβιογραφία της Λυν Χετζίνιαν στα σαρανταπέντε χρόνια ζωής της, με πολλαπλές ανατυπώσεις σε χιλιάδες αντίτυπα και πολλαπλάσιες αναγνώσεις, αποτυπώνει την κινητήρια δύναμη της γλώσσας στην παράλληλη διαδρομή αυτοσυνειδησίας του συγγραφικού εγώ και του αναγνωστικού υποκειμένου, ακολουθεί άγρυπνα την αέναη κινητικότητα του γίγνεσθαι της γραφής αλλά και της ζωής.  'Αυτό που δεν μπορείς να ανακαλύψεις είναι το όριο της πιθανότητας, αυτό που πρέπει να εναπομένει πάντα για να ανακαλύπτεται"29. Η πνευματική επαγρύπνηση που διαπνέει τόσο τη στάση ζωής της ποιήτριας όσο  και το έργο της Η Ζωή μου,  αρνείται το πέρας ανοιχτή στο πέραν, σε αυτό που εναπομένει για να ανακαλύφθεί: 'μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί". 
 
                                               .....................................


 
Μετάφραση - Επίμετρο: Μάρω Παπαδημητρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: