Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Γαλάζια Ψύχωση


 


ΨΑΛΜΟΣ
(Σχέδιο 2 αφιερωμένο στον Καρλ Κράους)

Είναι ένα φως που το έσβησε ο άνεμος.
Είναι ένα καπηλειό που το εγκαταλείπει
Κάποιος μεθυσμένος στο δείλι.
Είναι ένας αμπελώνας καμένος και μαύρος
Με τρύπες όλο αράχνες.
Είναι ένας χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα.
Ο τρελός πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες
Του Νότου,
Για να υποδεχτεί τον θεό Ήλιο. Κάποιος χτυπά
Τα τύμπανα.
Οι άντρες χορεύουν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς μες σε
Περικοκλάδες και άνθη της φωτιάς,
Όταν τραγουδά η θάλασσα.
Ω, ο χαμένος μας παράδεισος.
Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση.
Θάβουν τον ξένο. Και τότε αρχίζει μια βροχή
Μαρμαρυγής.
Ο γιος του Πάνα εμφανίζεται με τη μορφή ενός
Χωματεργάτη
Που αποκοιμιέται το μεσημέρι πάνω στην
Πυρωμένη άσφαλτο.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή ντυμένα με
Φουστανάκια σπαραξικάρδιας φτώχειας!
Είναι κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σ’ έναν
Τυφλωμένο καθρέφτη.
Στα παραθύρια του νοσοκομείου ζεσταίνονται
Αυτοί που αναρρώνουν.
Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει
Αιματηρές επιδημίες.

Η ξένη αδελφή εμφανίζεται και πάλι
Στα εφιαλτικά όνειρα κάποιου.
Αναπαύεται στον ίσκιο της λεπτοκαρυάς και παίζει
Με τ’ αστέρια του.
Ο σπουδαστής, ένας σωσίας ίσως, την παρατηρεί
Ώρα πολλή απ’ το παράθυρο.
Πίσω του στέκεται ο νεκρός αδελφός του,
Ή κατεβαίνει την παλιά φιδωτή σκάλα.
Μέσα στο σκοτάδι από τις καστανιές ωχραίνεται
Η μορφή του νεαρού μοναχού.
Φτερουγίζουν πέρα-δώθε οι νυχτερίδες.
Τα παιδιά του φύλακα σταματούν το παιχνίδι και
Ψάχνουν το χρυσάφι τ’ ουρανού.
Τελευταίες συγχορδίες κάποιου κουαρτέτου. Η μικρή
Τυφλή τρέχει τρέμοντας μες στη δενδροστοιχία,
Κι ύστερα η σκιά της ψηλαφεί τα παγωμένα
Τείχη, τα γεμάτα μύθους και θρύλους ιερούς.
Είναι ένα άδειο καράβι που το δείλι κατηφορίζει
Το μαύρο κανάλι.
Και μέσα στου παλιού ασύλου τη μελαγχολία
Αργοσβήνουν ανθρώπινα ερείπια.
Τα νεκρά ορφανά κείτονται κόντρα στον τοίχο
Της αυλής.
Άγγελοι με λασπωμένα φτερά βγαίνουνε μέσα
Από γκρίζες κάμαρες.
Σκουλήκια στάζουν απ’ τα κιτρινισμένα βλέφαρά
Τους.
Η πλατεία μπροστά στην εκκλησία είναι σκοτεινή
Και σιωπηλή, όπως τον καιρό των παιδικών χρόνων.
Με ασημένια πέλματα γλιστρούν και εξαφανίζονται
Χαμένες ζωές
Και οι σκιές των καταραμένων βουλιάζουν στο
Ποτάμι που βαριαναστενάζει.
Ο λευκός μάγος παίζει μέσα στον τάφο
Με τα φίδια του.

Αθόρυβα ανοίγουν πάνω από τον Τόπο του Κρανίου
Τα χρυσαφένια μάτια του Θεού.


  μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια: