Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Οκτώ Ποιήματα



*
Πάλι βρέχει
αιώνες τώρα,
στέλνει απουσίες
να γλύψουνε το χώμα,
να μοσχομυρίσει
η γυαλάδα τ΄ουρανού.
Βγήκα στο δρόμο
όρθιος λυγμός
να με προσέξεις,
μα εσύ με κέρασες
τις μνήμες :
μια σταγόνα ο έρωτας ,
μια κι ο θάνατος ,
που μοιάζει αδελφός ,
μια και η ελπίδα ,
που ξέχασε να με γυρέψει ,
μια σταγόνα έγινα κι εγώ
κι έτσι με νίκησες.
Ήθελα απλώς να σε φιλήσω
να γίνω θέμα
στο νερό ….
*
Πώς να σηκώσω αυτό
το βάρος-
όλη τη γή
πάνω στο στήθος
να κρέμεται.
Η εικόνα μιας ζωής
σε πάλη,
καταγραφή
της ωραιότητας.
Μιας αγωνίας
να τρέξουμε
τον κόσμο μας
ωσάν αθάνατοι ….
Έτσι προχώρησε
το θαύμα
με τολμηρούς
να αστειεύονται
στη λύπη …
*
Περιμένω
δεν ξέρω τι,
ν΄αλλάξουν τα σύνορα
του χθές ,
να βρώ καινούργια
πατρίδα ,
να ασπαστώ
μια καθαρή θάλασσα ,
να μισήσω
μια ασήμαντη ζωή
που με θεριεύει .
Ισως
μιά ιδέα
της ανθρωπότητας
που να χωράει
το μάταιο θόρυβο
της ύπαρξης.
Να΄ναι ο έρωτας
μονάχα αυτός
ησυχαστήριο
του γελοίου
σκέφτηκα
και έκλεισα την πόρτα.
*
Zώ κι εγώ
σ΄ αυτή την πόλη
πάει καιρός
κυκλοφορώ
διάφανη
κανείς δεν βλέπει
τη γεωμετρία
μιάς σχεδίας.
Κάθε πρωί
ανασηκώνω
το θρίαμβο
να υπάρχεις
μετά απο
τόσες δολοφονίες
ιδεών.
Αόρατη
σχεδιάζω τον κόσμο
που θα ζήσω
χωρίς νεκρούς
ηγέτες.
*
Αφήνω
την πόρτα ανοιχτή
να μπαίνει λίγο λίγο
φεγγαράδα.
Συνήθως ψάχνει
την καρδιά
να πελαγοδρομήσει.
Της βάζω δύσκολα
πρώτα της δίνω το βλέμμα
της βροχής,
μετά τακτοποιεί
τη μοναξιά
κάτω απ΄το δέρμα.
Μα ένα βράδυ
ενώθηκα μαζίτης …
Μοιάζουμε
με ξεχασμένο χάραμα
απο τότε
βαρυποινίτες.
*
Κι όταν πεθάνουμε
δεν θα΄χει άλλο πόνο
δεν θα΄ χει και μολύβι
να σου γράψω όνειρα.
Θα κλαίς σε άδεια χέρια
και την ελπίδα θα ξεράνεις
σε παλιό ανθοδοχείο.
Θα αγαπάς το χώμα
έτσι καρτερικά
θα το φιλάς και μια σιωπή
θα είναι το φαί σου.
Σφίξε με πάνω σου.
Μια σφαίρα είμαι
στο στόμα σου καιρό,
όρκος στις πλάτες σου.
Μη σταματάς-ο χρόνος
δεν ζεί στον έρωτα
τον καταπίνει η παραίσθηση.
*
Ακούγοντας στράους
ξεπλένω την αυλή
και με θυμάρι
νιώθω τη νύχτα
να παραμιλά
στην ησυχία μου
κάθεται πανσέληνος
νομίζει πώς θα λιώσω
τα φωνήεντα
πόσο φεγγάρι να βάλεις
στο χαρτί
ασήμαντος θα παραμείνεις
μισό φανάρι είσαι και συ
*
Μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
Μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
Σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά



Δεν υπάρχουν σχόλια: