Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ (1943)



I



Ποίηση γουρο νεράντζι μου
Κάτω π τούς καταράχτες το λιου
ριδίζοντας
να μεσημέρι σ᾿ φησα
                             καρδιά μου κόμα γαλανή
π᾿ τ τρέξιμο στν μμο κα τν ρωτα
τρεμε
λλ τ πουλι στ ρέμμα τ᾿ ορανο
βλεπαν κιόλας ν᾿ νεβαίνει να κέφαλο λογο
Χύνοντας π᾿ τν δειαν λαιμό του μαρα φύκια
Κοροι π τν Προφητηλία ψηλά
Δαιμονισμένα χτυποσαν τς καμπάνες
Κι μνήμη σν πουνέντες μπαζε
Βουητ κα θάλασσα
Στ μεγάλη σβεστωμένη κάμαρα
Μ τ δυ καρυοφύλλια.
κε τ ξύλινο τραπέζι μ τ κίτρινα λουλούδια
Τ ψωμ νοιχτ σν εαγγέλιο
φωνή, τ μαλλι τς λένης.
Τ᾿ φησα
                   στέκομουν ρθός
                                                     εχε σημάνει ρα
Ν᾿ ναβρύσει π τ πλευρ το νθρώπου τ αμα
Τρες φορές ατς ν τ᾿ ρνηθε
Κα τρες φορές κενο ν᾿ ληθέψει
Τρες φορές ν τ δ κα ν π
                                                                τρες φορές
Τινάζοντας ψηλ
Σν π᾿ τν δη τς φωνς νς πελπισμένου:
χτρα στ μάτια κύτταξέ με
Βγαίνω μ τ δικά σου τ᾿ ρματα
Καλωσύνη δ πο βρέθηκε μές στς λυκοποριές
Πρέπει ν
χει μπαροτι στ σελλάχι της
Κα
ν δαγκάνει κάμες.

II

Τώρα κρατήσου π᾿ τ σκοινι τς θύελλας
Πές μου ποις εμαι ν σο π ποις εσαι
Εσαι καλός, εσαι νθρωπος, χεις μεγαλώσει
Μ πετεινούς, χρυσόμυιγες, γοβιούς, γεράνια
Σ μιν αλ μικρ πο τν κουνοσε θάλασσα
Πέρα-δθε
Θυμσαι
Μιν αλ πο μεγάλωνε, χωροσε λόφους, κάμπους
Ποτάμια, κερασιές, καμπαναριά,
Βρακουλάδες πο ρριχναν φωτι το Τούρκου
Τν καιρ πο μητέρα σου ταν
Σν μι Παναγι μικρή
Θυμσαι
πλ ζω πι πλούσια
Κι π δάγκαμα σύκου πλάι σ φίλο, πι σεμνή
Κι π λόγο πουλιο σ δέντρων κκλησίασμα
Νύχτα-μέρα κρατοσε τν κανόνα
Θυμσαι
Μέρα-νύχτα πι γλυκι φωνή σου
Σν χτίδα μές στ νέα λεμόνια λαμπε
Κι καρδιά σου θώα
μέσα στο γλαυκο βυθο τν ορανό
Σν στρο
Εσαι καλός, χεις πηδήξει πάνω π φωτιές
χεις χαϊδέψει
Στ χνούδι το νερο νησι παιδόπουλα
Νέος στ χώματά τους χεις δε
Μι κόρη π λαφρόπετρα κα αγ
Ν χαράζει σ φλούδα δεσπολις τ πρτο γράμμα σου.
Χτύπα γι᾿ ατ τ τίμια κα τ᾿ γαθά
ζω γι᾿ ατ δ θ χαθε ποτέ της
Χτύπα π τ μάτια σου ν᾿ ντιλαμπίσει
Τ μαρμαρένιο σπίτι
Ποχει ψηλ στ στέγη
Το κατακλυσμο τ πρτο περιστέρι
Γύρω-γύρω περβόλια μ νερά
Τς πομονς τ χάλκινο γαλμα στν εσοδο
Κα βαθι στ κελλάρι
Τ σοδει τς φυλς
Θησαυρισμένη πως τ λάδι
Σ᾿ να πιθάρι πατρογονικό, γαλήνιο.

ΙΙΙ

ρα τρες τς πίκρας μέσα στ μαύρη πολιτεία
Δολοι παζαρεύουν τ βροχή, τ δέντρα
Τν λιο παραλυτικ μέσα στ καροτσάκι
Στος στενος βρώμικους δρόμους
Πυροβολον μ τ μυαλό τους ο νθρωποι
Ματώνοντας τ σύρματα
Κρυφ π᾿ τ τσομπανόσκυλα το φεγγαριο
Τ πόδια σου γλυστρον
Στ βορλα
Μς στς καλαμιές κα τ φαρμακερ νερά
κε πο μάχεται φονηάς τ χτύπο τς καρδις του
Κι σκέψη παγωμένη στέκεται στν έρα
ρα τρες τς πίκρας
ταν τ δέντρα μοιάζουν στν ρρώστων
Τ στερν χαροπαλαιματιά
Κι νας γγελος μόνος του νειρεύεται
Σν γκιώνης
Μς στν ρημο κάμπο
ζω χν μ στενάξει πιά
ρα τρες τς πίκρας
- χ ζω ν μ στενάξει πιά
Τ χέρια σου
Τ βασανισμένα χέρια σου
Πο δίνουν ξάφνου μι τς σκοτεινις
ξω π τν καρδι το νθρώπου
Ν χλιμιντρήσει κορωμένος νεμος
Ν᾿ στράψει πόθος Λουμπαρδιάρης
Ν ροβολήσει π᾿ τ ψηλ βουνά
Ψάλλοντας τν γάπη
να θνος ξιές
Μ τν γεία τς καταιγίδας στς σημαες του.

IV

κούγεται π τν περπατηξιά σου δόξα
πως κούγεται π᾿ τ βρόντημα το μπρούντζου λιος
Μελαψ παλληκάρι
Πο κουμπς πάνω στν λλάδα
Μ τ κουράγιο πο κουμπάει στ μπόρα τ λατο
Κα σο πν ο αἰῶνες πως τς πάει τς ντρεις
Τ λουλούδι στ δόντια κα τ μπμ
Τς πιστολις
Πέρασαν μές στ μνήμη σου μνες νέμων
φωνή σου σκοτείνιασε σν δρυμός
Εδες κάτω π᾿ τ πόδια σου ν ξεκοιλιάζουνται λογα
Δάση ν τρν φωτις νθρώπους νθρωπο
Εδες μι πέτρα τρυπημένη π κραυγ θανάτου
Ν σηκώνει τ σκιά της τέρας
Μι γυναίκα μ ράμφος κα φτερά
Ν σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Τ φεγγάρι στ στόμα τς φοβέρας
Τίποτα σύ! Μς στν καρδι το χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου τ διάστημα
Μέσα στ χώρα τώρα πο νειρεύομαι
Λές, ματι το ρνιο σκοτώνει τ τσακάλια,
Μέσα στ χώρα τώρα πο νειρεύεσαι
Μελαψ παλληκάρι
Λέω: λπίδα τφτασε τ μπόι τς κορασις
Εν᾿ τοιμη καρδι το ντρς ν μαχαιρώσει τσάλι
Κύττα: σελλώνει νεμος τ νειρα
Σπίθες πετον τ πέταλα στ πυρρ νέφος
μέρα που κα νναι μ λούλουδα μηλις
Θ βγε ν σεργιανίσει πάλι στ ρχιπέλαγος!

V

Σφίξε στ χέρια σου μι νίκη πο δν ρθε κόμα
Στ δόντια σου τ στερικ φάντασμα τς φωτις
Μ τ κλαρι πο να κοράλλι ξέχασε
Ν᾿ νάβουνε π τ γητει το παραδείσου
Σκέψου τ αγ πο ο μέρες σου ο αριανς κλωσσνε
Τ στρο πο νύχτα ξόρισε π τ στθος σου
Γι ν τ πεθάνει
Σφίξε στ σπάργανα το Γεναριο που κρύβεται τ μίσος
Κα τ δικό σου δικοσκοτωμένο πόθο
Τ μιλι πο δ βρκε τ γενναο της στόμα
Τ χτικι τς γάπης σου
                                                    Γιατ δν ρθε κόμα
ρα ν μπε στ κάθε πράγμα χτύπος τς καρδις
Ν συνεπάρει τ σπαρτ μι τραμουντάνα γείας
Ν πιε χυμς τς θύμησης τ θελκτικό του μέλλον
Ν᾿ νθοβολήσουν κερασις μς στ σγουρ μαλλιά
Ν καταργήσει λόγος τ χρυσάφι.

VI

Χτύπα τν πόρτα στν καρδι τς τυχερς σου μέρας
Φώναξε δυνατ τν λιο
ντρα, θυμήσου τ γενιά σου
Πάρε τ φος το βουνο
Πο καμαρώνει μέσα στς κοιλάδες
Τν κόψη το κυπαρισσιο
ταν ρίζει να κατακόκκινο στρο ντάρη
παναστάτη
Σ νύχτες πο συρε νοτιάς μέσ᾿ στ σκουρι το πένθους
Σ νύχτες πο τ φς λλαξοπίστησε
ντρα, θυμήσου τ γενιά σου
θελοντή
Δούλεψε τ φωτιά
Ρίξε μι τουφεκιά
Στ λόχμη τν πουλιν το νάξιου παραδείσου.
Θησαυριστς το βούρκου
Το λιου μεροκαματιάρηδες
Πο μές στ χέρια σας τύχη κουρελιάστηκεν
ννοια σας, δ θ πν χαμένες ο στραψις
Το πάθους πο χτιδώνει τ μελλούμενα
Κιόλας πλανιέται στν γέρα τς φωνς σάλπιγγα
Καιρς ν᾿ νοίξουν τ᾿ ορανο ο γαμήλιες εωδιές
Ν μπε το τραγουδιο λαλς στ περβολίσια νειτα
Το κάθε γνα τρικυμία ν σπαρθε στ θάλασσα
Φτέρες ν στείλουν μήνυμα στ πρωιν πουλιά:
Καιρός, καιρς ν ξημερώσει πιά
νατολ περήφανη σ᾿ δερφικ γκαλιά!

VII

Τριώνι τς θαλασσινς νυχτις· λετροπόδι
Πο σ νεύεις μ χρυσος σταυρούς
Τ πεισματάρικα παιδι τς χίμαιρας·
Κα σ κστατικό μου λίκι
Στν σημένια ζώνη τς ματις μου
πόψε
γρυπνήσετε
Κι ταν φυσήξει π᾿ τ βουν τς ρημις γιάμπολη
Σταλάζοντας πικρ στν πνωμένη γς
κουρμαστετε τ φων το λύκου
κουρμαστετε τ φων το λύκου
Σ βάτους πο φτυσαν φωτι κα τώρα κρυώνουν
Σ δέντρα πο ματώσαν, σ᾿ ρημοκκλησιές πο ράισαν
Σ μοναξις πέραντες μαρμαρωμένου νέμου
Σ φέγγη πο νατρίχιασαν να θο κορμί
Σ᾿ γκάθια πο φαρμάκωσαν να φεγγάρι
κουρμαστετε τ φων το λύκου
Στς σπαραγμένες σάρκες το γκρεμο
Στά ρίγη πο κρυστάλλωσαν τς γωνίες το λόγγου
Γι μι στερν φορά
Φωνάζω
κουρμαστετε τ φων το λύκου
στρα, χρησμός σας δ θ πάει χαμένος
Παιδιά, χαμς χαλασμς πενα
Κι νάγκη τρεμοσβυον στ ψυχορράγημα
ρθώσετε τ᾿ ρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, κσταση
τοιμάσετε τ χώρα σας
Το χάρου τ φων δν θ τν νεχτομε.
μέρα εναι κοντ πο θ ψοφήσει λύκος
Πο πονι θ φάει τς σάρκες της
Πο θ βουτήξει σ μι δόξα μύρου τ βουνό
Κα πο ψυχ θ᾿ νάψει π τς μυστικές φλογίτσες σας
πως κα πρν Τριώνι, λετροπόδι, λίκι!

1943

Δεν υπάρχουν σχόλια: