Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Μαρία Νεφέλη




ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Τι να σας κάνω μάτια μου κι εσάς τους Ποιητές
που χρόνια μου καμώνεστε τις ψυχές τις αήττητες
Και χρόνια περιμένετε κείνο που δεν περίμενα
όρθιοι στη σειρά σαν αζήτητα αντικείμενα...
Δεν πα' να σας φωνάζουν - ούτ' ένας σας δεν απαντά
έξω χαλάει ο κόσμος καίγονται τα σύμπαντα
Τίποτα· σεις διεκδικείτε -να 'ξερα με τι νου-
τα δικαιώματά σας επί του κενού!
Σε καιρούς λατρείας του πλούτου ω της αμεριμνησίας
αποπνέετε το μάταιο της ιδιοκτησίας

Και ο Αντιφωνητής:
Εις θέσιν - εν! Συμπέρασμα κανέν-
α. Τους ζυγούς λύσατε.
Τα κορίτσια φιλήσατε.
Κάνε άλμα
                    πιο γρήγορο από τη φθορά.

                   ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΙΘΕΙ
Παρακαλώ προσέξετε τα χείλη μου: απ' αυτά εξαρτάται
        ο κόσμος.
Από τις συσχετίσεις που τολμούν και από τις απαράδεκτες
παρομοιώσεις όπως όταν ένα βράδυ που μυρίζει ωραία
ρίχνουμε τον ξυλοκόπο της Σελήνης χάμου
εκείνος μας δωροδοκεί με λίγο γιασεμί κι εμείς συγκατανεύουμε.

Αυτό που πείθει διατείνομαι είναι σαν τη χημική ουσία που
         αλλοιώνει.
Ας είναι ωραίο το μάγουλο ενός κοριτσιού
όλοι μας με φαγωμένα μούτρα θα γυρίσουμε κάποτε
απ' τ'  Αληθοτόπια.

Παιδιά πως δεν ξέρω να το εξηγήσω
αλλά είναι ανάγκη να υποκατασταθούμε στους παλαιούς Ληστές.
Να στέλνουμε το χέρι μας και να πηγαίνει

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Πάτε κρατώντας τυλιγμένη με φύλλα των Βαγιώ
τη δύστυχη και μελανειμονούσα Υδρόγειο
Και μες στην μπόχα γίνεστε του ανθρώπινου υδροθείου
τα εθελοντικά πειραματόζωα του Θείου.
Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος
               όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

                   Ο ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟΣ ΒΙΟΣ
Γέρασα γύρω στα δεκαοχτώ
θα 'λεγες σ' ένα εικοσιτετράωρο μόλις:
η ώρα οχτώ πήγα σχολείο έμαθα έπαιξα
δέκα και δέκα τελειοποιήθηκα στο εξωτερικό
(ιππασίες εγγλέζικα και τέτοια)
υστέρα ο πρώτος γάμος το ταξίδι
απόγεμα είχα κιόλας βαρεθεί·

πέντε ως έξι λίγες ατιμίες
εφτά ξαναπαντρεύτηκα
εφτά και πέντε απάτησα
στις οχτώ είχα κιόλας κουραστεί
χαρτιά δεξιώσεις και άλλα τέτοια...
Μετά το δείπνο κοίταξα μες στον καθρέφτη
στο άλλο σπίτι το μεγάλο
του τρίτου και πλουσίου συζύγου μου·
είδα φως να τρέχει και μέσα του δελφίνια

Και ο Αντιφωνητής:
εκεί που μια γυναίκα σαν Μηλιά καρτερεί μισή μέσα στα σύννεφα
εντελώς αγνοώντας την απόσταση που μας χωρίζει.
Και κάτι ακόμη: όταν κινάει να βρέχει
ας γδυνόμαστε και ας λάμπουμε σαν το τριφύλλι...
Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται.

                   Η ΙΣΟΒΙΑ ΣΤΙΓΜΗ
Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου
άνθρωπε· δώσε της διάρκεια· μπορείς!
Από τη μυρωδιά του χόρτου από την πύρα του ήλιου
πάνω στον ασβέστη από το ατέρμονο φιλί
να βγάλεις έναν αιώνα·
                                      με θόλο για την ομορφιά
και την αντήχηση όπου
σου φέρνουν οι άγγελοι μες στο πανέρι
τη δρόσο από τους κόπους σου όλο φρούτα στρογγυλά
και κόκκινα·
                      τη στενοχώρια σου
γεμάτη πλήκτρα που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο
ή σωλήνες ορθούς που τους φυσάς καθώς αρμόνιο
και βλέπεις να συνάζονται τα δέντρα σου όλα
δάφνες και λεύκες οι μικρές και μεγάλες
Μαρίες που κανείς πάρεξ εσύ δεν άγγιξες·

όλα μία στιγμή όλα η μόνη σου


Η Μαρία Νεφέλη λέει:

μου φάνηκε ηχώ άλλου κόσμου
η φωνή του ποιητή
Finland
            Groeland
                           Erosland
ένιωσα πως δεν είναι πια καιρός.
Μεσάνυχτα όπως το καλεί και η ώρα
έκανα το απαραίτητο έγκλημα.
Τώρα μου μένουν τα τσιγάρα και η φωτιά
της νύχτας πλάι στους πεθαμένους.

Όταν η ζωή μάχεται
                        οι νεκροί στον Άδη μηδίζουν.

                ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Σιγά σιγά μες στον ασβέστη χωνεύεται η Μεγάλη Τρίτη.
Καμία ρυτίδα. Ούτ' ένα δάκρυ.
Ακούγεται μονάχα η ρόδα του ήλιου όπως το «σώσον»
        απ' τα μοναστήρια
κατατρώγοντας τη φθορά
την ώρα που οι γυναίκες ανεβάζουνε από το πηγάδι
τον ήχο εκείνο του κενού
που ακούμε λίγο πριν η συμφορά μας πλήξει.
Ένα κύρτωμα όπως της παλάμης όπου χωράει
το δίκιο μας.
Και ο Αντιφωνητής:
αστραπή για πάντα.
Η άμμο που έπαιξες όπως με τη ζωή σου η Τύχη
και τα στέφανα που άλλαξε με την παντοτινή σου
άγνωστη ο καιρός ο ανίσχυρος
εχθρός αν έχεις κατορθώσει
μια για πάντα ολόισα ν' ατενίσεις το φως
είναι η μία στιγμή
σθεναρή πάνω απ' τα βάραθρα
ίδια νεροσταγόνα
                            είναι η Αρετή
με τα πουλιά του Σκίρωνα και τα πανιά του Αργέστη.

Έτη φωτός στους ουρανούς
                                έτη Αρετής μες στον άσβεστη.

                   ΣΠΟΥΔΗ ΓΥΜΝΟΥ
Αν είσαι απ' τους Ατρείδες άμε
σ' άλλα μέρη να ολολύξεις. Πυρά τέτοια τον ήλιο δεν ανάβει
εδώ που ανάτειλε η συνείδηση κι έλαβε σώμα Κόρης
        υπαρχτό
με λάμψεις από την απέραντη πεδιάδα -

Κοίταξε: πως η μνήμη δένει τα μαλλιά
πίσω και αφήνει εμπρός να πέφτουν τα ματόκλαδα
τρέμοντας απ' την τόση αλήθεια·
                                                      πως
τσιτώνει το δέρμα στους ώμους στις λαγόνες·

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Τα μαλλιά μου λύνω σ' έναν τοίχο μπροστά
και με το πλάι οδύρομαι σκιά της σκιάς μου.
Τραγουδώ και ψέλνω τ' Άγραφτα του Άνθρωπου
εγώ η δραπέτις τ' ουρανού που είδα και είδα.
Λυπούμαι αν η τροπή του λόγου μου δεν είναι αυτή
που αρμόζει στις ημέρες μας
                                               Κυρίες και Κύριοι.
Τίποτα δεν αρμόζει στις ήμερες μας
κι επιπλέον συμβαίνει να 'μαι λυπημένη
όπως όταν
                 νιώθεις βαθιά στο σώμα σου αισθητό
κάτι που ως τότε μόνον είχες κακοβάλει.
Ας αφήσουμε λοιπόν τ' αστεία:
ένα φίδι κι ας μην έφταιξε - θα το εξοντώσεις.
Τέτοια η δικαιοσύνη μας!
Έχει τη μέση της και η άκρη-άκρη.

Και ο Αντιφωνητής:
κάτι θαμπωτικό και όπου δε γίνεται ποτέ κανείς
να 'ναι γενναίος ή δυνατός.
                                            Να υπάρχει μόνον.
Όπως το αίμα. Όπως τα σταφύλια. Ο μακρύς δρόμος του ανθρώπου
από το δνοφερόν στο αείφωτον
ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο εωσότου ο κόλπος
όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα
που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί·
ο γιαλός ο αμύθητος από την υψηλή μασχάλη έως τα πέλματα.
Επειδή δε γίνεται. Ο περίπλους
γύρω από ένα σώμα λείο νέο γυμνό
τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο. Σαν τριαντάφυλλο
αναποκάλυπτο παρθένας που ξαναγεννιέται
ν' απαλείφει το φόνο και να κατασιγάζει τις κραυγές
των θυμάτων· απαρχής της Ιστορίας ως σήμερα
ένα σώμα λείο νέο γυμνό: η δικαιοσύνη.

Δεν εγεννήθηκεν ακόμη
                    ο Μαγγελάνος ενός τριαντάφυλλου.

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
                   ELECTRA BAR
Δυο-τρία σκαλοπάτια κάτω απ' την επιφάνεια
της γης - κι ευθύς λυμένα τα προβλήματα όλα!
Κρατάς τον κόσμο τον μικρό σ' ένα μεγάλο κρυστάλλινο ποτήρι·
μέσ' από τα παγάκια βλέπεις τα νύχια σου χρωματιστά
πρόσωπα που αόριστα χαμογελάνε·
βλέπεις την Τύχη σου (αλλ' αυτή πάντοτε με στραμμένη ράχη)
Μέγαιρα που σ' αδίκησε και που δεν εκδικήθηκες ποτέ...

Α τι καλά που 'κανε η Έρικα
ιπταμένη συνοδός της Ολυμπιακής
περνάει ψηλά πάνω από τις πρωτεύουσες
·
εγώ πρέπει να τις περνώ από κάτω
κάτω απ' τα κήτη - κάτω από τα χοντρά χορτάτα σώματα
εάν ποτέ μου αξιωθώ (και πάλι ζήτημα είναι)
τη φλέβα εκείνη όπου κυλάει ακόμη το αίμα του Αγαμέμνονα
χωρίς άλλη βοήθεια κανέναν άγνωστο αδελφό -

Δώστε μου ένα gin-fizz ακόμη.

Ωραία που είναι όταν θολώνει το μυαλό - εκεί σκοτώνουν
        οι Ήρωες
στα ψέματα όπως στον κινηματογράφο
απολαμβάνεις αίμα
· την ώρα που το αληθινό
κουρναλάει από τα σκαλοπάτια
το αγγίζεις με το δάχτυλο και σου ξυπνά η κατάρα
η Βασίλισσα με τις αράχνες
τα μάτια της αχτύπητα κι όλο σκοτάδι
βόσκω τους χοίρους κουρεμένη και άσκημη
αιώνες τώρα έξω από τα τείχη

Και ο Αντιφωνητής:

                   Η ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΗ
Σπάρτα
            σπάρτα κι ασφένταμοι
μανιτάρια και σαλίγκαροι
άπραγα κοριτσάκια της βροχής πού μ' έχετε συλλάβει;
Εκεί; Στα τρίτα ύψη; Απ' ανθόσκονη κήπων των αόρατων;
Εγώ τότε είμαι. Το βεβαιώνω. Εγώ.
Ναι για κει γεννιόμουν για κει μ' ανάγγελλε το φως
που σας έδωκε της αστραπής τούτη τη δύναμη.

Τι να μην είχα πεθάνει από καιρό και να 'χα
δει ώσπερ οι ανακύπτοντες εκ της θαλάσσης
ιχθύες κείνη που ήταν η ως
αληθώς γη.
Αυτήν θέλω να δω και αυτήν να κατοικήσω
την αλουργή και θαυμαστήν τα κάλλη την χρυσοειδή
την λευκή την γύψου και χιόνος λευκοτέραν...

Ανεβάσετέ με στους περιστρεφόμενους ανάμεσα
τροχίσκους των αιθέρων στους καταιγισμούς
αφήσετέ με των εσπεριδοειδών μήπως κι από 'να
σ' άλλο σώμα το βάρος μου αλλαχτεί σε λάμψη
εκτυφλωτική τριγύρω αθώων πλασμάτων
που εγώ μόνον τα θέλησα και άλλος κανείς.

Σπάρτα
            σπάρτα κι ασφένταμοι
αενάκια και χελιδρονιές
τεμπερόριζες κι αγριομαντιλίδες
άπραγα κοριτσάκια της βροχής δεξιά της άνοιξης φυλάξετέ μου

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
περιμένω το μήνυμα - τον πρώτο πετεινό μέσα στον Άδη
κάτι σαν το σαξόφωνο με ανταύγεια ουρανική
κοριτσάκια που τρέχουνε καβάλα σε καουτσουκένιους
        δράκοντες.
Η Γη τώρα μονάχα αποκαλύπτεται πόσο μεγάλη στην
        πραγματικότητα είναι.
Βροντάει ο Ζευς
μαυρίλα
βροντάει ο Ζευς
δεν είναι ήττα μήτε νίκη αυτό.
Κάτι άλλο ας τολμήσουμε οι ενταφιασμένοι.

Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά
                έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: