Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
1. Αρχή του κόσμου πράσινη
         κι αγάπη μου θαλασσινή
    Την κλωστή σου λίγο λίγο
         τραγουδώ και ξετυλίγω

2. Διαβάζω μέσα στο νερό
         το άλφα το βήτα και το ρω
    Τα δυο γυμνά σου πόδια
         τους κήπους με τα ρόδια

3. Σ' έκανα πουκάμισό μου
         σε φορώ και περπατάω
    Με το σώμα το μισό μου
         στο δικό σου που κρατάω

4. Σου 'χτισα μια Σαντορίνη
         με καμάρες και πορτιά
    Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
         μες στη δροσερή φωτιά

5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
         την απαλάμη των χαδιώ
    Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
         την Τύχη κι άμε να τη βρεις

6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα
         σε μακρινούς να πάμε τόπους
    Όπου τα πλάσματα τ' αθώα
         να μας φαντάζονται γι' ανθρώπους

7. Άκουσα μες στον ύπνο σου
         που κολυμπούσε ο κύκνος σου
    Τα δύο μας τα ονόματα
         ν' αλλάζουν χίλια χρώματα

8. Τα χέρια μου τ' αδίσταχτα
         πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει
    Τα μάτια σου τ' ανύσταχτα
         της ρίχνανε άνθη να χορτάσει

9. Βγήκε απ' το κόκκινο το μαύρο
         και τώρα που να πάει δεν ξέρει
    Κόκκινα που 'ναι όλα τα μέρη
         Το 'να που απόμεινε ίσως θα 'βρω

10. Μου 'φυγ' ένα συννεφάκι
          πάει τη λύπη στα βουνά
      Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
          στο πάντα και στο πουθενά

11. Σ' ένα λιμανάκι μωβ
          ξύπνησα τα χαράματα
      Όχι να μη γίνω Ιώβ
          μήτε να μάθω γράμματα

12. Στήνει καρτέρι ο κεραυνός
          χώρια να μας πετύχει
      Μα 'ναι μεγάλος ο ουρανός
          και τοσοδούλα η Τύχη

13. Φύγε από κει μωρέ πουλί
          και γέρνει η βάρκα μας πολύ
      Μόνο σου πέταξε και δες:
          ίσα που παίρνει δυο καρδιές

14. Σταμάτα μου την αστραπή
          ν' ανάψω ένα τσιγάρο
      Και πες του σύννεφου να πει
          πως θα 'ρθω να σε πάρω

15. Την αγάπη μια τη λες
          την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
      Όσο που γίνονται πολλές
          και πάλι σ' όλες δίνεσαι

16. Περνώντας απ' τις λυγαριές
          κάποιος μου το μουρμούρισε
      Το 'παν οι σκύλοι στις αυλές
          κι η γάτα το χουρχούρισε

17. Κάνε με Μωαμεθανό
          να προσκυνώ στη Μέκκα
      Και να σε πάρω μια και δυο
          κι εφτά φορές γυναίκα

18. Ο που ξέρει ελληνικά
          πέντε κι έξι έντεκα
      Κι ο που ξέρει μόρτικα
          δύο αλλ' αλλιώτικα

19. Η χαρά μου για να παίξει
          διάλεξε κοπέλες έξι
      Καθεμιά κι από μια λέξη
          να τη λέει ώσπου να φέξει

20.Ένα κύμα μέσα σ' όλα
          έγια λέσα έγια μόλα
      Πήρε τα κρυφά μας λόγια
          να τα κάνει κομπολόγια

21. Αυτό που λέμε «σ' αγαπώ»
          στα δέντρα θα το τρίξω
      Με τον αέρα να σ' το πω
          και να σου το φυσήξω

22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται
          μέσα στης θάλασσας τον πάτο
      Κάποια που πια δεν το θυμάται
          μ' έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω

23. Σαν κάποιος ν' αναστέναξε
          ή να 'κοψ' έναν μενεξέ
      Ραγίστηκεν ο ουρανός
          και φάνηκε ο κατάμονος

24. Τι να 'γινε το μαξιλάρι
          που 'χε απ' τα λόγια μας γεμίσει
      Στον ουρανό θα το 'χει πάρει
          άγγελος για ν' αποκοιμίσει
          κάτι που πια δε θα γυρίσει

25. Μόνο που κοιτάχτηκες
          μέσα στο πηγάδι
      Στην ηχώ σου πιάστηκες
          σαν σε παραγάδι

26. Να σου δένω τα μαλλιά
          με χρυσόν αστάχυ
      Και να λένε τα πουλιά:
          ο που τα 'βρε ας τα 'χει

27. Μες στου κήπου το σκοτάδι
          φέγγεις μόνο με το χάδι
      Όμως όταν μπεις στο σπίτι
          σβήνεις τον Αποσπερίτη

28. Να 'χα μια γομολάστιχα
          να πιάνει στα Γραμμένα
      Να σβήσω τα τετράστιχα
          και να κρατήσω εσένα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ
             ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
Μια φορά κι έναν καιρό
    ζούσ' ένα παιδί καλό
που το πότιζαν φαρμάκι
    κι είχε μείνει τ' ορφανό
δίχως φαΐ δίχως νεράκι

Παιδί παιδάκι της οχιάς
    παιδί παιδάκι μου καρτέρα
κάποτε θα 'ρθει θα 'ρθει η μέρα
    όπου θα πιεις όπου θα φας
όπου θα βρεις άλλη μητέρα.

        ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ
Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
    για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν
Μα ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε
    ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε
ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο
    κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο
Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
    αλλά δε φτάνουνε ποτέ στο Ιράν.

         ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΕΓΩ
Ανάγκη να σε πάρω εγώ
    που έτσι σ' απαρατήσανε
μονάχο κι έρμο κι ορφανό
    παιδάκι μου που σ' αγαπώ
σε μαύρες μέρες και σκληρές
    μη μου ζητάς το αδύνατο

Δρόμο σε πήγα δρόμο μακρινό
    νυχτόημερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα
    κι ήταν το γάλα σου ακριβό
μα να σ' αφήσω δεν μπορώ
    παιδάκι μου σε πόνεσα

Το ρούχο το μεταξωτό
    μες στο ποτάμι το 'ριξα
φτωχά κουρέλια σου φορώ
    πλένω σε και βαφτίζω σε
με το κατάψυχρο νερό
    μην κλαις και μου πικραίνεσαι.

         ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΛΕΒΕΝΤΗΣ
Την ώρα που ο λεβέντης στον πόλεμο κινούσε
    η αγαπημένη του έκλαιγε και τον παρακαλούσε
Μακριά στη μάχη σαν βρεθείς καλέ μου έχε το νου σου
    φυλάξου από τη μάνητα κι απ' το σπαθί του εχτρού σου
Μπροστά πολύ μην προχωρείς πίσω μην απομένεις
    φωτιά μπροστά πίσω φωτιά καταμεσής να μένεις
Τι οι πρώτοι πάντα είναι γραφτό θερίζονται και πάνε
    κι οι πίσω μέσα στο σωρό πέφτουν και ξεψυχάνε
Μονάχα ξέρει ο μεσιανός να τρέξει να πηδήσει
    κι αυτός μονάχα σπίτι του μια μέρα θα γυρίσει.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ
             ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ
Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
    χορεύει κι έρχεται με χάρη
μέσ' από δάφνες και μυρτιές
    κι από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη

Ως τη θωρεί πετιέται ορθός
    ο Άνεμος ο ακοίμιστος
άντρας ο άτιμος κοιτάει
    γλείφεται γλώσσες τις εννιά
κι απέ γλυκά της τραγουδάει:

-Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
    το φουστανάκι σου να ιδώ
άσε με λίγο να σ' αγγίξω
    και της κοιλίτσας σου ν' ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
    και τρέχει τρέχει η Παινεμένη
ξοπίσω της ακολουθεί
    Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα σπάθα αστραφτερή

Αχού το κύμα πως στενάζει
    ο ελιώνας αχού πως χλωμιάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
    μέσα στο σκοτεινόν αέρα:

-Τρέχα τρέχα Παινεμένη
    τι όπου να 'ναι σε προφταίνει
ο Άνεμος χιμάει να
    γλείφεται γλώσσες τις εννιά

Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη
    χώνεται μέσα τρομαγμένη
της δίνουνε κάτι να πιει
    κι εκείνη λέει κι ανιστορεί

Ενώ απ' τη λύσσα του θηρίο
    γυρνάει ο Άνεμος στο κρύο
δέρνει το σπίτι και το ζώνει
    τα κεραμίδια του δαγκώνει.

        Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ
Βουνά και σύγνεφα μακριά
    σ' όλα τα γύρω σιγαλιά
Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη
    και τα τοιχία μες στον ασβέστη
Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
    κεντά η καλόγρια η μικρή

Άχου τι όμορφα κεντάει
    το χεράκι της πως πάει

Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
    βάνει και τ' άστρα τα χρυσά

Βάνει στις τέσσερις τις κόχες
    τέσσερις αγριομολόχες

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
    κεντά η καλόγρια η μικρή

Μα κάθε τόσο αναστενάζει
    και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά
    μες στον αέρα και κοιτά

Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν
    δυο καβαλάρηδες περνούν

Κι υστέρα πάλι στο πανί
    κεντά η καλόγρια η μικρή

Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
    Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!
Πλάσματα της αρεσιάς της
    της ονειροφαντασιάς της.

        Η ΚΥΡΑ Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ
Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
    σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που απ' τα σκοτεινά
    η Κυρά η Παντέρμη ροβολά

Μαύρη μαυρίλα είν' η ψυχή της
    κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια
    που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια

-Παντέρμη τι ζητάς εδώ
    μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι να ζητώ
    πε μου σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω κείνο που ζητώ
    ζητάω την ίδια εμένανε

-Παντέρμη πες ποιος ο καημός σου
    ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιος ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
    'γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
    σούρνω το ξέπλεκο μαλλί

-Παντέρμη λούσε το κορμί σου
    λούσ' το χελιδονονερό
κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
    ασ' τηνε να 'βρει αναπαμό

Άχου τσιγγάνικες ψυχές
    όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
    στα μακρινά χαράματα.

        ΧΑΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ
-Τι να 'ναι κείνο που φωτά
    Μάνα στα δώματα ψηλά;

-Κοιμήσου γιε μου κι είναι αργά
    σήμανε η ώρα έντεκα

-Μάνα στα μάτια μου για δες
    λάμπουνε τέσσερις φωτιές

-Δεν είναι τίποτα έλα πια
    είν' τα μπακίρια αστραφτερά

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
    φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη

Τη φυσαρμόνικα γλυκά
    παίζανε Σεραφείμ μικρά

-Μάνα μου ευθύς που ξεψυχήσω
    μηνύσετέ το στους ανθρώπους

Κατά Βοριά κατά Νοτιά
    μαντάτα στείλετε πικρά

Οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν
    όλα τα δάση αχολογούσαν

Ψηλά δεν έβλεπες κανένα
    κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.

        ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ
Είκοσι τρεις του Θεριστή
    στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν παν και του λένε:
    αν το μπορείς δυστυχισμένε

Στο περιβόλι σου έβγα απόψε
    και τα λουλούδια σου όλα κόψε

Γράψε στη θύρα σου σταυρό
    βάλ' από κάτου τ' όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
    ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες

Πάρε κεριά πάρε λαμπάδες
    τα χέρια μάθε να σταυρώνεις
και πόνου από την ερημιά
    γέψου της νύχτας τη δροσιά

Τι πριν περάσουν μήνες δυο
    θα κείτεσαι στα σάβανα

Στους ουρανούς ψηλά προβαίνει
    ο Ταξιάρχης και πηγαίνει
πόχει το σύννεφο σπαθί
    στράφτει και πάει και δε μιλεί

Κι είκοσι τρεις του Θεριστή
    μέσα στην έρμη την αυλή
Τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
    της μοίρας ο σημαδεμένος

Κι είκοσι τρεις του Αυγούστου
    γέρνει και τα σφαλεί.

         Ο ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ
             ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΙΑΣ
Κάτου στης ακροποταμιάς
    το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
    ο Αντόνιο Τόρρες ο Χερέντια
και στη Σεβίλλια πάει

    Τα κατσαρά του γυαλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
    στην όψη του είναι μελαψός
από του φεγγαριού το φως

Κάποτε λίγο σταματά
    κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει
    και να το χρυσαφώσει

Εκεί στης ακροποταμιάς
    το μονοπάτι να: τον φτάνουν
κάτω απ' τα κλώνια μιας φτελιάς
   χωροφυλάκοι και τον πιάνουν

Αποβραδίς η ώρα οχτώ
    τον σούρνουν σε κελί μικρό
απόξω κάθονται φυλάνε
    πίνουν ρακί και βλαστημάνε.

        ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ
Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
    φωνές ξέσκισαν τον αέρα

Ωσάν του κάπρου δαγκωνιές
    έμπηγε στα ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές
    και δελφινιού πηδήματα

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
    μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν έξι
    δεν μπόρειε πια ν' αντέξει

Αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
    φεγγαρομελαψέ μου
κι αντρογαρούφαλέ μου
    αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
π' άξιζες μια Βασίλισσα
    μνημόνεψε την Παναγιά
τι τώρα θα σε φάει το κρύο
    τι τώρα θα πεθάνεις πια

Στην άκρη εκεί του ποταμού
    τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
κι ανάγειρε την κεφαλή
    με τα σφιγμένα χείλη

Μα τότε πια καμιά φωνή
    μόνο φωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός
    ήρθε και τ' άναψε καντήλι.

        Η ΜΙΚΡΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ
Πέρα στην ακροποταμιά
    την πήγα και την ξάπλωσα
ήτανε μικροπαντρεμένη

Μα εγώ τη νόμιζα κορίτσι
    που κάτι άλλο περιμένει

Μεμιάς σβηστήκαν τα λαμπιόνια
    κι άναψαν όλα τα τριζόνια

Τα δυο της στήθη τα μικρά
    μέσα στα μισοσκότεινα
τ' άγγιξα και μυρίσανε
    σαν γυάκινθοι που ανθίσανε

Από το γύρο του λαιμού
    έβγαλα τη γραβάτα μου

Εκείνη όσο που να το πεις
    έβγαλε το φουστάνι της
Εγώ τη ζώνη την πιστόλα
    εκείνη τα λινά της όλα

Τέτοιο δέρμα τέτοια χείλη
    δεν τα βρίσκεις σε κοχύλι
τέτοιο θάμπος τέτοια χάρη
    σε γυαλί και σε φεγγάρι

Το σώμα της σπαρταριστό
    σαν ψάρι φρεσκοτράβηχτο
μισό φωτιά μισό δροσιά
    μου άφηνε μες στα σωθικά

Τι μου 'λεγε δε θα το πω
    γεμάτος άμμο και φιλιά
την πήρα και τη σήκωσα

Τον άνεμο από μια μεριά
    σπάθιζαν τα νερόκρινα.

         ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ
Καταμεσής στη ρεματιά
    λάμπουνε τα μαχαίρια

Ωσάν ψάρια αστραφτερά
    που κανείς δεν τα προφταίνει
και το αίμα τα ομορφαίνει

Μες στις άγριες πρασινάδες
    ανεβαίνουν με το πλάι
πάνω σ' αψηλές φοράδες

Άγγελοι μαύροι έφερναν
    μέσα στο φως το αγριωπό
μαντίλες και χιονόνερο

Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
    πέφτει με μια λαβωματιά

Έχει ανεμώνες στο πλευρό
    και ρόδι έχει στον κρόταφο

Κατάκοπο από τις φωνές
    το απόβραδο μες στις συκιές
σωριάζεται λιπόθυμο

Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα
    με τα μεγάλα τους φτερά
πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.

         Η ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΣΙΔΕΡΑΔΙΚΟ
Μπήκε στα κλεφτά η Σελήνη
    με τ' άσπρο της το νυχτικό
μπήκε στο σιδεράδικο
    τ' αγόρι στο περβάζι
κάθεται και κοιτάζει

Στην αχνή που τηνε τυλίγει
    τα μπράτσα η Σελήνη ανοίγει
και το παιδί κοιτάει κοιτάει
    δυο στήθη από σκληρό καλάι

-Μη Σελήνη φύγε φύγε
    τι αν έρθουν οι τσιγγάνοι
την καρδιά σου θα την κάνουν
    δαχτυλίδι και γιορντάνι

Μες στα λιόφυτα περνάνε
    οι τσιγγάνοι κι όλο πάνε
με τα κεφάλια τους στητά
    τα βλέφαρα μισόκλειστα

Αχ τι λέει το νυχτοπούλι
    μες στα δέντρα τι μεράκι
αψηλά η Σελήνη πάει
    κι απ' το χέρι της κρατάει
ένα μελαψό αγοράκι.

        ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
    πράσινα να 'ναι πράσινα
τον άνεμο τη φυλλωσιά
    τ' άλογο πάνω στα βουνά
τη βάρκα μες στη θάλασσα

Μες στη σκιά που τηνε ζώνει
    ρεμβάζει επάνω στο μπαλκόνι
πράσινο δέρμα και μαλλί
    το μάτι κρύο και ασημί

- Σύντροφε πάρε τ' άλογο μου
    κι όλ' η αρματωσιά δικιά σου
το σπίτι σου να 'ναι δικό μου
    να 'ναι δική μου η φαμελιά σου

Σύντροφε καταματωμένος
    έρχομαι απ' τ' αψηλό φαράγγι
αχ έτσι το 'φερε η ανάγκη

-Έννοια σου γιε μου κι αν μπορούσα
    ευθύς το πράγμα θα το κλειούσα
μα δεν ορίζω πια δικό μου
    κάνε μήτε το σπιτικό μου

- Σύντροφε πες μου και πατέρα
    που 'ναι η πικρή σου θυγατέρα;

-Χρόνους και χρόνους εκεί μένει
    και πάντα εκεί θα περιμένει
όμορφη μελαψή και μόνη
    πάνω στο πράσινο μπαλκόνι

Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
    πράσινα να 'ναι πράσινα
τον άνεμο τη φυλλωσιά
    τ' άλογο πάνω στα βουνά
τη βάρκα μες στη θάλασσα.

                  


                   

   
 
 

              
                             

                


                         

Δεν υπάρχουν σχόλια: