Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Εξήντα λεπτά.



«Λοιπόν…, έχουμε και λέμε… Αθανάσιος Παπανικολάου, ετών 99, Κωνσταντίνα η σύζυγος, τρία παιδιά, οχτώ εγγόνια…»
«Όπα, Όπα. Για σιγά γιατί σαν πολλά μας τα λες.»
«Ορίστε;»
«Ποιος είσαι εσύ που ξέρεις τόσα πολλά για μένα και που στο καλό είμαστε;»
«Κύριε Παπανικολάου μπορείτε να με φωνάζετε με όποιο όνομα θέλετε…»
«Τι λες μωρέ, δεν έχεις όνομα;»
«Μα σας είπα, μπορείτε να με φωνάζετε με οποιοδήποτε όνομα θέλετε.»
«Όποιο θέλω;»
«Όποιο θέλετε.»
«Καλά, θα σε φωνάζω… Μανώλη.»
«Μανώλη;»
«Ναι, Μανώλη, γιατί δε σου κάνει; Για Μανώλης μου κάνεις! Μήπως θες να σε λέω Βρασίδα;»
«Όχι, εντάξει, το Μανώλης είναι μια χαρά.»
«Ωραία, και τώρα που βρήκαμε πως σε λένε για πες μου βρε Μανώλη, που στο διάτανο είμαστε;»
«Σας παρακαλώ προσέξτε τις εκφράσεις σας κύριε Παπανικολάου.»
«Μπα, είσαι κι ευέξαπτος βλέπω, πρέπει να σε προσέχω μη μου ανεβάσεις καμιά πίεση και δεν έχω τι να σε κάνω μετά. Αλλά για πες μου λοιπόν, που είμαστε γιατί ούτε παράθυρα έχει το γραφείο σου για να δω έξω ούτε που θυμάμαι πως έφτασα εδώ. Είναι κι αυτή η ασπρίλα… δεν μπορείς να βάψεις τους τοίχους με κανένα χρωματάκι της προκοπής, να ανοίξει το μάτι μας βρε αδερφέ…»
«Κύριε Παπανικολάου, όσο κι αν αυτό σας φαίνεται παράξενο, είμαστε στην άλλη ζωή…»
«Όπα, Μανώλη, όπα. Ποια άλλη ζωή μου τσαμπουνάς;»
«Ξέρετε κύριε Παπανικολάου, έχετε πεθάνει.»
«Καλά, αυτό για νέο μου το λές; Ενενήντα εννιά χρονών ήμουνα, πόσο να ζήσω ακόμα;»
«Είδατε που σας το είπα;»
«Μωρέ καλά έκανα και πέθανα, αλλά ζήτησα εγώ να έρθω εδώ;»
«Όχι, δε ζητήσατε, όλοι όμως έρχονται εδώ.»
«Γιατί;»
«Για να κάνουμε μια ανασκόπηση της ζωής του καθενός και μετά να αποφασίσουμε για τα περαιτέρω.»
«Έχει και περαιτέρω;»
«Έχει.»
«Καλέ μου άνθρωπε, άνθρωπε που λέει ο λόγος δηλαδή γιατί περισσότερο με καλικάντζαρος μοιάζεις..»
«Σας παρακαλώ…»
«Καλά, καλά, πάντως για χαρτογιακάς καλά κρατιέσαι, εγώ δε ζήτησα ούτε περαιτέρω ούτε τίποτα άλλο. Θέλω να με αφήσετε στην ησυχία μου, να πεθάνω με την ησυχία μου βρε άνθρωπε, έχω χορτάσει σκοτούρες, δε θέλω άλλες. Από που μπορώ να φύγω να πάω να πεθάνω με την ησυχία μου;»
«Δυστυχώς δεν μπορείτε.»
«Και τι πρέπει να γίνει τώρα δηλαδή; Να τσακωθούμε;»
«Όχι βέβαια. Απλώς θα γυρίσουμε τη ζωή σας προς τα πίσω και θα δούμε τι καλά και τι άσχημα πράγματα έχετε κάνει. Μετά θα βγει το πόρισμα.»
«Α… δε βλέπω να τα πηγαίνουμε καλά Μανώλη… Βρασίδα έπρεπε να σε βαφτίσω, χα, χα, χα…»
«Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ. Ησυχάστε για να αρχίσουμε. Αυτό το βιβλίο που βλέπετε εδώ έχει μέσα του όλη τη ζωή σας. Πίσω μου, σ’ αυτή την οθόνη θα βλέπετε όλα όσα γράφει το βιβλίο. Το καταλάβατε;»
«Δεν κατάλαβα τίποτα, αλλά δε μου λες, στην οθόνη θα φαίνονται και πονηρά πράγματα; Κοίτα με βρε Μανώλη, σου κλείνω το μάτι με νόημα κι εσύ κοιτάς τα χαρτιά σου…»
«Δεν ξέρω τι θα φανεί, κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία.»
«Καλά, αλλά άμα δεν έχει πονηρά δείξε μου βρε παιδί μου τα βουνά που έζησα, εκεί που έβοσκα τα κοπάδια μου όταν ήμουν νέο παιδί, τα νοστάλγησα…»
«Εντάξει, σας παρακαλώ όμως να αρχίσουμε.»
«Άντε να αρχίσουμε.»
«Ωραία, θέλετε να ξεκινήσουμε από κάπου συγκεκριμένα;»
«…μμμ… Μπορούμε να δούμε τότε που μου είχε χαρίσει τη φλογέρα ο μπάρμπα Μήτσος ο Ξεφλούδας;»
«Ξεφλούδας;»
«Ναι μωρέ έτσι τον φωνάζαμε, Ξεφλούδα, γιατί παραξενεύεσαι;»
«Όχι, δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από τη στιγμή εκείνη, μάλλον δεν έχετε καταλάβει οπότε να σας το εξηγήσω. Εδώ θα πρέπει να δούμε ποιες καλές πράξεις έχετε κάνει και ποιες κακές. Μετά θα τις βάλουμε στο ζυγό για να δούμε τι αποτέλεσμα θα βγει.»
«Άκου Μανώλη, εγώ μονάχα μια κακή πράξη έχω κάνει και το έχω μετανιώσει πικρά. Κάποτε, ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια πριν, θα ήμουν δεκαπέντε μπορεί και δεκάξι χρονών, ήθελα να πάω στη βρύση να κρυφτώ για να κοιτάω τα κορίτσια με τις στάμνες. Σήκωναν οι άτιμες τις φούστες κι έβρεχαν τα πόδια τους κι εμένα μου άρεσε να τις βλέπω. Ήταν όλες όμορφες αλλά εκείνη η Μαριώ όμως ξεχώριζε… Σαν το κρύο το νερό της βρύσης ήτανε δροσερή, να την πιεις στο ποτήρι Μανώλη, τ’ ακούς, να την πιεις στο ποτήρι…»
«Δηλαδή παραδέχεστε πως κρυφοκοιτούσατε…»
«Όχι βρε αδερφέ, άσε με να ολοκληρώσω. Κοιτούσα, βέβαια κοιτούσα γιατί να μην κοιτάξω; Της φύσης πράμα είναι να κοιτάς αλλιώς δε θα είχαμε μάτια. Τι τα ‘χεις τα μάτια, μόνο για να διαβάζεις τα χαρτιά σου; Πρέπει να κοιτάς και καμιά λυγερή που και που Μανώλη!»
«Στο θέμα παρακαλώ.»
«Ναι, ναι, στο θέμα. Το θέμα λοιπόν είναι πως ένα πρωινό η Νίτσα δεν καθόταν καλά…»
«Ποια είναι η Νίτσα;»
«Α, η Νίτσα ήταν μια κατσίκα που μου έκανε όλο νάζια. Αλανιάρα δηλαδή, δεν μπορούσα να την κάνω καλά με τίποτα.»
«Και λοιπόν;»
«Τι λοιπόν. Έπρεπε να καθίσει να την αρμέξω κι εκείνη δεν καθόταν. Της έριξα μια στο κεφάλι με τη γκλίτσα μπας και ησυχάσει για να τελειώσω τη δουλειά και να πάω στην πηγή αλλά η καημένη πόνεσε πολύ και σωριάστηκε καταγής. Το λυπήθηκε η ψυχή μου Μανώλη το καημένο το ζωντανό, σου λέω άνοιξε η καρδιά μου στα δυο.»
«Κύριε Παπανικολάου, σας παρακαλώ να σοβαρευτείτε, η κατάσταση δεν είναι αστεία. Πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε κι εσείς δε φαίνεται να το έχετε πάρει σοβαρά.»
«Σοβαρότατα το έχω πάρει. Εγώ άλλο πράμα ζωντανό δεν έχω βλάψει σ’ όλη μου τη ζωή παρά μονάχα τη Νίτσα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι στεναχώρια τράβηξα όταν τη σφάξαμε. Δυο μερόνυχτα έκλαιγα για κείνη! Μου έκανε η ρημαδιασμένη τη ζωή ποδήλατο αλλά την αγαπούσα.»
«Καλά, καλά. Ας μιλήσουμε για τα πιο ελαφρά πρώτα, ας πούμε για την περίπτωση της κυρίας Αθανασίου.»
«Ποιανής;»
«Της κυρίας Αθανασίου. Τότε που είχατε μπει στο μαγαζί της και κλέψατε δεκαέξι καραμέλες.»
«Δεκάξι καραμέλες; Δεν το θυμάμαι…»
«Ναι, ναι κι όμως, εσείς και δυο άλλα παιδιά που φυλούσαν τσίλιες έξω από το μαγαζί κλέψατε δεκαέξι καραμέλες.»
«Α, τώρα κατάλαβα. Τη Θανάσαινας λες που ‘χε το μαγαζί στην πλατεία. Σιγά το πράμα. Ήμασταν νηστικοί, απ’ το πρωί τρέχαμε όλη μέρα πίσω από τα ζωντανά. Κι αντί να γυρίσουμε πίσω στην ώρα μας εκείνη τη μέρα φύγαμε νωρίτερα, θέλαμε να περάσουμε από την πλατεία να δούμε κανένα κορίτσι, αλλά για κακή μας τύχη δεν ήταν καμιά εκεί. Η πείνα μας θόλωσε το μυαλό κι έπρεπε να φάμε κάτι, στο σπίτι δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε γιατί ήταν νωρίς και θα μας έδερναν που αφήσαμε τα ζωντανά κι έτσι πήγαμε στο μαγαζί. Λεφτά δεν είχαμε, η Θανάσαινα ήταν από πίσω ξεβούλωνε τον αστρέχα κι έτσι αποφασίσαμε να μπούμε και να φάμε ότι βρούμε. Μπήκα μέσα και είδα ένα καρβέλι ψωμί πάνω στον πάγκο. Είπα να το πάρω, είπα να μην το πάρω… Τελικά δεν το πήρα γιατί η κακομοίρα η Θανάσαινα δε θα είχε να σερβίρει τους πελάτες της κι έτσι έβαλα το χέρι στο κουτί με τις καραμέλες. Μωρέ δεκάξι ήτανε;»
«Ακριβώς, ήτανε δεκαέξι.»
«Γι’ αυτό ήρθανε μια χαρά στο μοίρασμα…»
«Πως ήρθανε μια χαρά, αφού πρέπει να πήρατε από πέντε οι τρεις σας και θα περίσσεψε και μια.»
«Μπα, δεν περίσσεψε καμία, την κατέβασα πριν βγω από το μαγαζί!»
«Ωραία λοιπόν, αφού παραδέχεστε πως κλέψατε, έχετε ένα βαθμό ποινής, μπορείτε να τον δείτε και στον πίνακα εδώ δεξιά.»
«Μπα που να μη σώσεις, που ήταν αυτός ο πίνακας τόση ώρα και δεν τον είχα πάρει χαμπάρι; Με λαχτάρισες πεθαμένο άνθρωπο…»
«Έχετε ένα βαθμό ποινής. Συνεχίζουμε…»
«Όχι, δε συνεχίζουμε.»
«Τι εννοείτε;»
«Εννοώ βρε λεβέντη μου, βρε Μανώλη μου, πως άμα σε έχει κόψει στα δυο η πείνα δε λογαριάζεις τίποτα μέχρι να γεμίσει το στομάχι σου. Δε μου λες, εσύ στη θέση μου δε θα τις έπαιρνες τις καραμέλες;»
«Δεν είμαστε εδώ για να κριθώ εγώ αλλά εσείς.»
«Ναι, αλλά άμα πεινούσες θα τις έπαιρνες τις καραμέλες, έτσι δεν είναι;»
«Σας το ξαναείπα, δεν κρίνομαι εγώ αλλά εσείς. Συνεχίζουμε.»
«Καλά, αλλά πριν συνεχίσουμε μπορώ να ρωτήσω κάτι;»
«Βεβαίως.»
«Αν έπαιρνα το καρβέλι με το ψωμί, πόση ποινή θα είχα;»
«Είναι ερώτηση αυτή;»
«Βέβαια και είναι ερώτηση.»
«Δεν μπορώ να σας απαντήσω.»
«Ούτε στο περίπου;»
«Ούτε στο περίπου.»
«Δηλαδή δεν έχει τύχει κάποιος να έχει κλέψει ένα ψωμί και να του βάλεις ποινή;»
«Έχει τύχει»
«Τα βλέπεις που σου τα ‘λεγα; Πόση ποινή λοιπόν του έβαλες;»
«Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα κύριε Παπανικολάου, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή από τις συνθήκες, τις συγκυρίες και το σκεπτικό πίσω από κάθε κακή πράξη. Αλλά δεν είμαι υποχρεωμένος να σας εξηγήσω.»
«Τόσο δύσκολο είναι;»
«Σας απάντησα ήδη. Θα συνεχίσουμε με τα πιο σοβαρά και μετά θα περάσουμε στις καλές πράξεις που έχετε κάνει. Αλλά μιας κι αναφέρθηκα στις καλές πράξεις θα ήθελα να σας κάνω γνωστό…»
«Α, οι καλές πράξεις…»
«Μη με διακόπτετε σας παρακαλώ…»
«Όχι, θα σε διακόψω. Τις καλές πράξεις τις έκανα γιατί ήθελα να τις κάνω και δε ζητάω καμία ανταμοιβή γι’ αυτό. Οπότε μην τις αναφέρεις καθόλου, άλλωστε δεν πρέπει να είναι και πολλές.»
«Κάνετε λάθος, είναι αρκετές. Και πρέπει να τις αναφέρουμε για να δούμε στο τέλος ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό.»
«Αρνητικό ας είναι, σου είπα πως ότι καλό έχω κάνει το έκανα επειδή ήθελα να το κάνω και δε ζητώ τίποτα από αυτό.»
«Μα πως; Θέλετε να λάβουμε υπόψη μας μόνο την αρνητική σας βαθμολογία; Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Έχετε συνείδηση του τι ζητάτε;»
«Μωρέ εγώ ξέρω τι ζητάω, εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Δώσε μου λίγο τα χαρτιά σου Μανώλη να ρίξω μια ματιά»
«Αυτό αποκλείεται.»
«Γιατί;»
«Γιατί έτσι είναι ο κανονισμός.»
«Να τον βράσω τον κανονισμό σου. Δώσε μου μόνο τα χαρτιά με τις καλές πράξεις.»
«Γιατί; Τι τα θέλετε;»
«Για να τα σκίσω. Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό.»
«Σας είπα δε γίνεται. Αφήστε όμως να σας πω κάτι που δεν ξέρετε και να σας δώσω και κάποια από τα χαρτιά μου.»
«Για πες μου, είμαι όλος αυτιά, μου κίνησες την περιέργεια τώρα.»
«Λοιπόν, πριν περάσουμε στις καλές πράξεις…»
«Άντε πάλι με τις καλές πράξεις…»
«Πριν περάσουμε στις καλές πράξεις… έχετε τη δυνατότητα να ζήσετε ξανά για εξήντα λεπτά. Να περάσετε μια ολόκληρη ώρα μαζί με τους ανθρώπους που αγαπάτε. Σε τούτα εδώ τα χαρτιά είναι καταχωρημένες οι πιο ευτυχισμένες και πιο χαρούμενες στιγμές της ζωής σας. Μπορείτε να διαλέξετε όποια θέλετε και να την ξαναζήσετε για εξήντα λεπτά. Μετά, όταν επιστρέψετε, θα έχει βγει το αποτέλεσμα και θα ξέρουμε ποιος θα είναι ο δρόμος που θα πάρετε από εδώ κι εμπρός.»
«Α, Μανώλη μου εδώ θα τα χαλάσουμε.»
«Γιατί;»
«Γιατί δε θέλω να ζήσω ξανά καμιά χαρούμενη στιγμή.»
«Μα πως είναι δυνατόν; Έχετε μια μοναδική ευκαιρία και θα την αφήσετε να πάει χαμένη; Κανείς μα κανείς δεν το έχει κάνει αυτό»
«Σιγά να μην την αφήσω να πάει χαμένη.»
«Αλλά;»
«Αλλά θέλω να ζήσω τη χειρότερη στιγμή της ζωής μου.»
«Μα είστε στα καλά σας;»
«Αν ήμουν στα καλά μου δε θα ήμουν εδώ μαζί σου Μανώλη.»
«Και γιατί θέλετε να ζήσετε τη χειρότερη στιγμή της ζωής σας;»
«Γιατί δεν ξέρω τι με περιμένει από εδώ κι εμπρός μ’ εσένα που έχω μπλέξει, οπότε οτιδήποτε γίνει θα είναι σίγουρα καλύτερο από τη χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Κι έτσι θα είμαι χαρούμενος από εδώ κι εμπρός.»
«Μα… δε γίνεται αυτό που ζητάτε.»
«Γιατί;»
«Γιατί το σύστημα δε δουλεύει έτσι.»
«Και πως δουλεύει δηλαδή ρε Μανώλη;»
«Εδώ και χιλιάδες χρόνια όλοι ζητούν να ζήσουν την πιο ευτυχισμένη τους στιγμή κι έτσι το σύστημα μας βγάζει μόνο αυτές τις στιγμές, τις άσχημες δεν τις βγάζει.»
«Κι εμένα τι με νοιάζει;»
«Μα δεν μπορώ να βρω πια ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής σας, δεν το καταλαβαίνετε;»
«Α, μην αγχώνεσαι, έχω όλο το χρόνο του κόσμου μπροστά μου. Περιμένω όσο θες.»
«Μα δε μπορεί να γίνει αυτό, υπάρχουν χρονικά περιθώρια.»
«Πω, πω, εσείς εδώ πέρα είστε χειρότεροι γραφειοκράτες από ότι στην πραγματική ζωή. Θέλω να δω τον προϊστάμενό σου.»
«Ποιόν;»
«Τον προϊστάμενό σου βρε παιδί μου.»
«Εδώ δεν υπάρχουν προϊστάμενοι.»
«Μπα; Και ποιος κάνει κουμάντο;»
«Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη δουλειά του.»
«Ναι, αλλά τώρα προέκυψε πρόβλημα, ποιος θα μας το λύσει;»
«Δεν προέκυψε τίποτα, θα διαλέξετε μια ευτυχισμένη στιγμή και θα τη ζήσετε».
«Πω, πω, ρε Μανώλη, είσαι κεφάλας μου φαίνεται. Αφού σου είπα, δε θέλω ευτυχισμένη στιγμή, τη χειρότερη θέλω.»
«Τη χειρότερη δεν τη βγάζει στο σύστημα!»
«Σκασίλα μου.»
«Ορίστε;»
«Σκασίλα μου. Εγώ θέλω τη χειρότερη.»
«Μα τη χειρότερη δεν τη βγάζει το σύστημα σας είπα.»
«Ε, τότε να αλλάξεις το σύστημα.»
«Αυτό δε γίνεται.»
«Μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται!»
«Ορίστε;»
«Όλο ορίστε και ορίστε λες. Εγώ θέλω τη χειρότερη στιγμή να ξαναζήσω, τελεία και παύλα.»
«Η χειρότερη στιγμή της ζωής σας δεν ξέρω ούτε μπορώ να βρω ποια ήταν. Οπότε μένουν ΟΙ ΚΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΘΑ ΞΑΝΑΖΗΣΕΤΕ.»
«Μπα, άρχισες τώρα τις φωνές. Για κάτσε καλά γιατί μπορώ κι εγώ να φωνάξω,  εντάξει;»
«…»
«Μουγκάθηκες Μανωλάκη;»
«Δε μουγκάθηκα, απλώς προσπαθώ να συγκεντρωθώ, με έχεις βγάλει εκτός εαυτού.»
«Εσύ με έχεις βγάλει εκτός κορμιού αλλά δεν παραπονιέμαι!»
«Σας παρακαλώ…»
«Εγώ σε παρακαλώ.»
«Για ποιο πράγμα;»
«Που να ξέρω; Γι’ αυτό που με παρακάλεσες κι εσύ. Αλήθεια, για ποιο πράγμα με παρακάλεσες;»
«Δε σας παρακάλεσα για τίποτα.»
«Πως δε με παρακάλεσες, αφού είπες ‘σας παρακαλώ’.»
«Τρόπος του λέγειν.»
«Μπα, έχετε και τέτοιους τρόπους εδώ πέρα; Τότε λοιπόν κι εγώ θα τα βροντήξω όλα και θα φύγω.»
«Μα τι λέτε, καθίστε κάτω σας παρακαλώ.»
«Καλά μην εξάπτεσαι, τρόπος του λέγειν ήταν…»
«Η ώρα περνάει κι ακόμα δεν έχουμε περάσει στις καλές πράξεις.  Θα το συζητήσουμε μετά για την πιο ευτυχισμένη στιγμή.»
«Μπα, εγώ λέω να το συζητήσουμε τώρα για την πιο δυστυχισμένη στιγμή.»
«Δυστυχισμένη στιγμή δεν πρόκειται να ξαναζήσετε.»
«Ούτε ευτυχισμένη»
«Μην επιμένετε»
«Επιμένω και θέλω τον υπεύθυνο που κάνει κουμάντο εδώ πέρα.»
«Ο υπεύθυνος είμαι εγώ»
«Κι εγώ τι είμαι;»
«Εσείς είστε ο ελεγχόμενος.»
«Δηλαδή δεν είμαι υπεύθυνος;»
«Όχι.»
«Τότε γιατί ζητάς και τα ρέστα από κάποιον που δεν είναι υπεύθυνος;»
«Εδώ δεν είστε υπεύθυνος, όταν ζούσατε ήσασταν.»
«Άρα τότε ήμουν υπεύθυνος και τώρα δεν είμαι; Πολύ εύκολα μας ανεβοκατεβάζετε…»
«Υπεύθυνος για τις πράξεις σας εννοώ.»
«Ενώ τώρα δεν είμαι;»
«Τώρα όχι, δε ζείτε πια.»
«Άρα άμα σηκωθώ και φύγω από αυτό το τραπέζι δε θα έχω καμία ευθύνη.»
«Βεβαίως και θα έχετε.»
«Άρα είμαι υπεύθυνος!»
«Κύριε Παπανικολάου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ.»
«Πάλι με παρακαλάτε; Για ποιο λόγο αυτή τη φορά;»
«Σας παρακαλώ σταματήστε για να μπορέσουμε να βγάλουμε μια άκρη επιτέλους.»
«Τι άκρη;»
«Άκρη.»
«Καλά λοιπόν, ας βγάλουμε μια άκρη γιατί είμαι περίεργος να δω ποια θα είναι αυτή η άκρη.»
«Ωραία λοιπόν. Ακούστε με προσεκτικά. Τώρα θα δούμε τις κακές πράξεις, μετά τις καλές και μετά θα διαλέξετε μια στιγμή από τη ζωή σας για να την ζήσετε ξανά, θα είναι η τελευταία ευκαιρία που έχετε να βρεθείτε κοντά στους αγαπημένους σας. Στη συνέχεια θα έρθετε πάλι εδώ στο γραφείο μου και θα σας ανακοινώσω τη βαθμολογία. Αναλόγως με το αν είναι θετική ή αρνητική θα ανοίξει μια από τις δυο πόρτες που βρίσκονται ακριβώς έξω από το γραφείο και θα ακολουθήσετε την ανάλογη πορεία. Το καταλάβατε;»
«Κι άμα θέλω να κάνω ένσταση επί του αποτελέσματος;»
«Ενστάσεις δε γίνονται.»
«Γιατί;»
«Γιατί τα αποτελέσματα εδώ δεν επιδέχονται καμίας αμφισβητήσεως.»
«Και ποιος το λέει αυτό;»
«Εγώ.»
«Κι εσύ ποιος είσαι;»
«Εγώ είμαι εκείνος που θα σε κρίνει.»
«Και που ξέρω εγώ ότι δεν έχεις προηγούμενα μαζί μου και με κρίνεις προκατειλημμένα;»
«Δε γίνονται αυτά τα πράγματα εδώ.»
«Αυτό το λες εσύ, εγώ θέλω να εξασφαλίσω τα συμφέροντά μου. Φέρε μου χαρτί που να λέει πως τα πράγματα είναι έτσι όπως τα λες αλλιώς θα κάνω ένσταση.»
«Μα σας είπα δεν μπορείτε να κάνετε ένσταση.»
«Θα κάνω κι ένσταση και προσφυγή και ότι άλλο θελήσω. Δε θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω.»
«Θα κάνετε αυτό που σας λέω εγώ.»
«Όχι θα κάνω αυτό που θέλω εγώ.»
«Θα κάνετε αυτό που σας λέω.»
«Θα κάνω αυτό που θέλω.»
«Κύριε Παπανικολάου με έχετε φτάσει στα όριά μου.»
«Α…, τώρα κατάλαβα…»
«Επιτέλους καταλάβατε. Αλλά γιατί μου κλείνετε το μάτι;»
«Έλα που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις…»
«Τι να καταλάβω δηλαδή;»
«Εντάξει, εντάξει, το κατάλαβα πως το κατάλαβες αλλά πρέπει να δείχνεις πως δεν το έχεις καταλάβει… για ευνόητους λόγους.»
«Πάλι δεν καταλαβαίνω.»
«Λέγε, πόσα;»
«Πόσα;»
«Πόσα ρε Μανώλη, πόσα θες για την περίπτωσή μου;»
«Ποια περίπτωσή σου;»
«Μη μου κάνεις το χαζό τώρα που τα βρήκαμε.»
«Μα τι μου λέτε τώρα;»
«Λέω πόσα θες για να επιληφθείς για την υπόθεσή μου, τι λέω;»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Να σου το κάνω λιανά Μανώλη μου. Εσύ εδώ είσαι για να με κρίνεις, έτσι δεν είναι;»
«Έτσι.»
«Κι ότι πεις εσύ θα γίνει, σωστά;»
«Σωστά.»
«Οπότε αν βρεθεί στην τσέπη σου κάτι, δε θα με κρίνεις με άλλο μάτι;»
«Τι να βρεθεί στην τσέπη μου;»
«Θες να συζητήσουμε το ποσό τώρα;»
«Ποιο ποσό;»
«Πόσα θες βρε Μανώλη για να είναι η κρίση σου καλή;»
«Μα… μα τόση ώρα προσπαθείτε να με δωροδοκήσετε; Κατάλαβα καλά;»
«Α, είσαι και μπουμπούνας Μανώλη.»
«Κύριε Παπανικολάου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ. Επιτέλους εδώ δεν είναι καφενείο, εδώ είναι γραφείο και κάνουμε τη δουλειά μας σοβαρά. Με προσβάλετε και νομίζω πως πρέπει να μου ζητήσετε συγγνώμη.»
«Καλά Μανώλη μου, καλά. Μη φωνάζεις και μας ακούσει και ο προϊστάμενος.»
«Ποιος προϊστάμενος;»
«Ο προϊστάμενος.»
«Αφού σας είπα ότι εδώ είμαι εγώ υπεύθυνος και κανένας άλλος.»
«Κι εγώ υπεύθυνος είμαι.»
«Εσείς δεν είστε υπεύθυνος.»
«Μα σου το λέω πως είμαι υπεύθυνος, τι πρέπει να σου φέρω για να με πιστέψεις;»
«Πάλι τα ίδια;»
«Ποια ίδια; Αφού σου λέω Μανώλη πως άμα φέρω μια βόλτα μπορώ να σου φέρω όσες υπογραφές κι όσες σφραγίδες θέλεις για να σου αποδείξω πως… δεν είμαι ελέφαντας αλλά πως είμαι υπεύθυνος.»
«Δεν ξέρω τι μπορείς να φέρεις, εδώ υπεύθυνος είμαι εγώ κι εσύ δεν είσαι. Τελεία και παύλα. Εδώ θα γίνει αυτό που λέω εγώ.»
«Άμα γίνεται αυτό που λες εσύ τότε γιατί δεν μπορείς να με στείλεις να ζήσω τη χειρότερη στιγμή της ζωής μου, αφού αυτή θέλω να ζήσω;»
«Γιατί το σύστημα δε δουλεύει έτσι.»
«Να το αλλάξουμε τότε το σύστημα.»
«Το σύστημα δεν αλλάζει γιατί δεν μπορεί να αλλάξει κύριε Παπανικολάου, θα μας μάθετε τώρα και τη δουλειά μας;»
«Ποια είναι η δουλειά σας δηλαδή; Να μην ικανοποιείτε κανένα αίτημα;»
«Η δουλειά μου είναι σοβαρή και δεν σας επιτρέπω να την κρίνετε.»
«Αυτή η σφραγίδα τι είναι;»
«Αυτή είναι η μεγάλη σφραγίδα που θα μπει πάνω στην απόφασή μου, όταν λάβω την απόφασή μου.»
«Και μετά;»
«Μετά θα πάρετε το δρόμο σας.»
«Δηλαδή η σφραγίδα καθορίζει το μέλλον μου;»
«Η σφραγίδα, βεβαίως η σφραγίδα. Η σφραγίδα έχει μεγάλη δύναμη αγαπητέ μου, η σφραγίδα…»
.
.
.
«Κύριε Μανώλη, τα εξήντα λεπτά πέρασαν.»
«Πως; Πέρασαν κιόλας; Σας παρακαλώ, αφήστε με λίγο ακόμα στο γραφείο μου, μόνο τρεις εξυπηρέτησα, αφήστε με, θέλω τη σφραγίδα μου…»
«Ο χρόνος σας κύριε Μανώλη τελείωσε, παρακαλώ ακολουθήστε με, ο κριτής σας σας περιμένει…»
«Μα σας παρακαλώ, το γραφείο  μου, δεν μπορώ να αφήσω το γραφείο μου.»

«Σαράντα χρόνια δημόσιος υπάλληλος ήσασταν, δεν το βαρεθήκατε πια;…»




Ο Κώστας Θερμογιάννης γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1973. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και τώρα ζει και εργάζεται στη Λαμία. Η μεγάλη του αγάπη είναι η οικογένειά του, η γυναίκα και τα δυο του παιδιά. Και η ελευθερία που χωρίς αυτή θεωρεί πως τίποτα δεν είναι δυνατόν.

Ξεκίνησε δειλά να γράφει και να εκφράζει τις σκέψεις του τον Οκτώβριο του 2010 στο ιστολόγιο teleytaios.wordpress.com με το προσωνύμιο ‘Τελευταίος’ ενώ τον Οκτώβριο του 2012 τα λογοτεχνικά κείμενά του φιλοξενούνται στο ‘Εν θερμώ’ (www.nthermo.com). Το Μάρτιο του 2013 δημιούργησε τοβιβλίο.net, ένα χώρο που ο κάθε δημιουργός μπορεί να παρουσιάσει το έργο του χωρίς καμία παρέμβαση, ελεύθερα και με τον τρόπο που εκείνο θέλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: