Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Ουρλιαχτό


Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιά μου χαλασμένα απ’ την τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,


να σέρνονται μέσα απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση,


χίπστερς αγγελοκέφαλοι που καίγονταν για τον αρχαίο επουράνιο δεσμό με το αστρικό δυναμό στη μηχανή της νύχτας,


φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των πόλεων αφοσιωμένοι στη τζαζ,


που άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλίζοντας φωτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών,


που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με μάτια ανοιχτά κι ακτινοβόλα με παραισθήσεις του Άρκανσω κι οράματα τραγουδιών με φως του Μπλεηκ ανάμεσα στους μανδαρίνους του πολέμου,


που αποβλήθηκαν απ’ τις ακαδημίες γιατί ήσαν λέει τρελοί κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής,


που τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα, καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων και στήνοντας τ’ αυτί στον Τρόμο μες απ’ τον τοίχο,


που πιάστηκαν απ’ τις ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας φτιαγμένοι με μαριχουάνα από Λαρέντο για Νέα Υόρκη,


που καταπίνανε φωτιά στους τεκέδες ή πίναν νέφτι στο Πάρανταϊς Άλλεϋ, θάνατος, ή τυραννούσαν τα κορμιά τους κάθε νύχτα


με όνειρα, με ναρκωτικά, μ’ εφιάλτες στον ξύπνο, βακχείες και οχείες κι ατέλειωτα όργια,


ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στο μυαλό που πηδούσε στους πόλους του Καναδά και του Πάτερσον, καταυγάζοντας τον ασάλευτο κόσμο του Χρόνου,


Πεγιότ συμπάγειες των θαλάμων, χαράματα περιβόλων πράσινων δένδρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στις στέγες, αυτοκινητάδες της πλάκας και της μαστούρας και απέραντες σειρές προθήκες και βλεφαρισμοί των φώτων της τροχαίας, ηλιακές και σεληνιακές και δενδρικές δονήσεις στα βρυχώμενα χειμωνιάτικα δειλινά του Μπρούκλιν, τενεκεδοπαραληρήματα κι ευγενικό βασιλικό φως του νου,


που στρώθηκαν στο μετρό για την ατέρμονη βόλτα από το Μπάττερυ στο άγιο Μπρονξ με μπαζαντρίν ωσότου των τροχών και των παιδιών ο θόρυβος τους έριξε τρέμοντας σύγκορμοι με στραβό το στόμα τσακισμένοι από κάθε σκέψη στο θλιβερό φως του Ζωολογικού Κήπου,


που βούλιαξαν όλη νύχτα στο υποβρύχιο φως του Μπίκφορντ και ξενερίσανε και βγάλαν το απόγευμα με ξεθυμασμένη μπύρα στην ερημιά του Φουγκάτσι, ακούγοντας τον Ερχομό της Κρίσης στο τζουκμπόξ του υδρογόνου,


που μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ’ το πάρκο στο σπίτι στο μπαρ στο Μπέλβυ στο μουσείο στη Γέφυρα του Μπρούκλιν,


ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών που πηδούσαν απ’ τα κατώφλια απ’ τις εξόδους πυρκαγιάς απ’ τα παράθυρα απ’ το Εμπάιερ Στέητ απ’ τη σελήνη,


μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας γεγονότα και μνήμες κι ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων,


ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια επτά μέρες και νύχτες με μάτια που άστραφταν, κρέας για τη Συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο.


που χάθηκαν στο πούπετα Ζεν Νιου Τζέρσεϋ αφήνοντας στο πέρασμά τους διφορούμενα καρτ-ποστάλ του Ατλάντικ Σίτυ Χωλ,


υποφέροντας από ιδρώτες της Ανατολής και οστεόλυση της Ταγγέρης και Κινέζικες ημικρανίες σε περίοδο αποτοξινώσεως στο γυμνό και θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,


που γυρόφερναν τα μεσάνυχτα στο μηχανοστάσιο των τρένων κι αναρωτιόνταν πού να πάνε, και πήγαν, χωρίς ν’ αφήσουν κανένα με παράπονο,


που ανάβανε τσιγάρα στα βαγόνια βαγόνια που κροτάλιζαν τραβώντας μες απ’ το χιόνι για τις ερημικές φάρμες στην παπούδικη νύχτα,


που μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη του Σταυρού τηλεπάθεια και μποπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο ενστικτωδώς κάτω απ’ τα πόδια τους στο Κάνσας,


που τριγυρνούσαν μόνοι στους δρόμους του Αϊντάχο ψάχνοντας για φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους που ήσαν φανταστικοί ινδιάνοι άγγελοι,


που σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη άστραψε σε υπερφυσική έκσταση,


που σάλταραν σε λιμουζίνες με τον Κινέζο της Οκλαχόμα όταν τους κέντρισε η χειμωνιάτικη του φαναριού του δρόμου μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,


που σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στο Χιούστον ψάχνοντας για τζαζ ή σεξ ή πράμα και πήραν στο κατόπι τον αετονύχη το Σπανιόλο να συζητήσουν για την Αμερική και την Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπάρκαρα για την Αφρική,


που εξαφανίστηκαν στα ηφαίστεια του Μεξικού αφήνοντας πίσω τους τίποτ’ άλλο πέρα απ’ τη σκιά των μπλουτζήνς και τη λάβα και τη στάχτη της ποίησης σκορπισμένη στο τζάκι του Σικάγο,


που ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή ερευνώντας το F.B.I. με γενειάδες και σορτς με μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξι και λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φεϊγβολάν,


που έκαναν τρύπες από τσιγάρο στα μπράτσα τους διαμαρτυρόμενοι για τη ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου του καπιταλισμού,


που μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στη Γιούνιον Σκουαίαρ κλαίγοντας και βγάζοντας τα ρούχα τους ενώ οι σειρήνες του Λος Αλάμος του κυνηγούσαν στριγγλίζοντας, την Ουώλ Στρητ κατεβαίνοντας στριγγλίζοντας, κι ενώ το φέρρυ για το Στάτεν στρίγγλιζε επίσης,


που έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί και τρέμοντας μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών,


που δάγκωναν ντετέκτιβς στο σβέρκο και τσίριζαν καταγοητευμένοι σε αστυνομικά εκατό μια και κανένα έγκλημα δεν είχαν διαπράξει παρά μονάχα τη δική τους άγρια παιδεραστία και μέθη,


που ούρλιαξαν πεσμένοι στα γόνατα στον υπόγειο και σύρθηκαν έξω από την οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα και γεννητικά όργανα,


που αφέθηκαν να γαμηθούν από άγριους μοτοσυκλετιστές κι αλάλαξαν από χαρά,


που πήγαιναν μ’ αυτά τ’ ανθρώπινα σεραφείμ, τους ναύτες, χάδια του Ατλαντικού κι αγάπες της Καραίβικής,


που ξεφάντωναν πρωί και βράδυ στους ροδόκηπους και το γρασίδι των δημοσίων πάρκων και κοιμητηρίων σκορπίζοντας μ’ απλοχεριά το σπέρμα τους σ’ όποιον κι αν ήθελε,


που είχαν αδιάκοπο λόξυγκα θέλοντας να χαχανίσουν και τέλειωσαν μ’ ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα όταν ο ξανθός και γυμνός άγγελος ήρθε να τους καρφώσει μ’ ένα ξίφος,


που χάσανε τ’ αγόρια τους στις τρεις γριές στρίγγλες της μοίρας τη μονόφθαλμη τη στρίγγλα του ετεροφυλόφιλου δολαρίου τη μονόφθαλμη τη στρίγγλα που κλείνει το μάτι έξω απ’ τη μήτρα και τη μονόφθαλμη τη στρίγγλα που δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να κάθεται στο πισινό της και να ψαλιδίζει τις χρυσές κλωστές της διανόησης στον αργαλειό του τεχνίτη,


που ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ’ ένα μπουκάλι μπύρα μια αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί και πέσαν κάτω απ’ το κρεβάτι και συνεχίσανε στο πάτωμα και τέλειωσαν λιποθυμώντας μ’ ένα μουνί στην απόλυτη οραματική του μορφή και σπέρμα που ξέφυγε από το τελευταίο παίξιμο της συνείδησης,


που γλύκαναν την ήβη εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας στο δειλινό κι είχαν μάτια κόκκινα το πρωί, πρόθυμοι όμως να γλυκάνουν την ήβη της ανατολής, αστράφτοντας οπίσθια στους σιτοβολώνες και γυμνοί στη λίμνη,


που σάρωσαν το Κολοράντο πορνοκοπώντας με μυριάδες κλεμμένα αυτοκίνητα τη νύχτας, Νηλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως αυτών των ποιημάτων, ψωλαράς και Άδωνις του Ντένβερ – χαρά στ’ αμέτρητα γαμήσια του με κορίτσια σε χορταριασμένα οικόπεδα κι αυλές, σε ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες κινηματογράφων, σε βουνοκορφές σε σπήλαια, ε χτικιάρες γκαρσόνες στ’ ανασηκωμένα μεσοφούστανα των κρασπέδων των εθνικών οδών, κυρίως δε σε μυστικούς σολιψισμούς ουρητηρίων βενζινάδικων, και σε σοκάκια επίσης,






που σβήσαν σαν εικόνες σε απέραντες βρωμερές ταινίες, μετακινήθηκαν σε όνειρα, ξύπνησαν σ’ ένα απροσδόκητο Μανχάτταν, σύρθηκαν έξω από τα υπόγεια με πονοκέφαλο από το άσπλαχνο Τοκαίυ και τους τρόμους των σιδηρών ονείρων της Τρίτης Λεωφόρου και τράβηξαν παραπατώντας για το γραφείο ανεργίας,


που περπατήσανε όλη νύχτα με τα παπούτσια τους γεμάτα αίμα στις χιονισμένες αποβάθρες παραμονεύοντας μια πόρτα του Ηστ Ρίβερ ν’ ανοίξει σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο και αχνούς,






που δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στις πολυκατοικιούμενες απόκρημνες όχθες του Χάντσον κάτω από το γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα της σελήνης, και τα κεφάλια τους θα στεφανωθούν με δάφνη εις αιωνίαν λήθην,


που φάγανε το αρνάκι ραγού της φαντασίας ή χωνέψανε τον κάβουρα στο λασπώδη πυθμένα των ποταμών του Μπάουερυ,


που κλάψανε για το ρομάντζο των δρόμων με το κάρο τους γεμάτο κρεμμύδια κι άσχημη μουσική,


που κάθισαν σε παράγκες ανασαίνοντας στο σκοτάδι κάτω απ’ τη γέφυρα και σηκώθηκαν για να στήσουν κλαβεσέν στις σοφίτες τους,


που βήχανε στον έκτο όροφο του Χάρλεμ στεφανωμένοι με φλόγα κάτω από το φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας,


που ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολλάροντας ανυπέρβλητες επωδές που στο κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές ασυναρτησιών,


που μαγείρεψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές μπορστ και τορτίγιες κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών,


που χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό,


που πέταξαν τα ρολόγια τους απ’ την ταράτσα για να ρίξουν την ψήφο τους υπέρ της Αιωνιότητας έξω απ’ το Χρόνο, και ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία,


που κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς, το πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες όπου νοιώθαν πως γερνούν, και κλαίγανε,


που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κουστούμια στη Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ’ εκρήξεις μολυβένιου στίχου και φουλαρισμένοι σαματά των σιδηρών συνταγμάτων της μόδας και νιτρογλυκερινικών κραυγών των νεράιδων της διαφήμισης και μουσταρδικού αερίου των απαίσιων διανοούμενων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τα μεθυσμένα ταξί της Απολύτου Πραγματικότητος,


που πήδαξαν από τη γέφυρα του Μπρούκλιν αυτό πράγματι συνέβη και χαθήκανε άγνωστοι και ξεχασμένοι στη φασματική ζάλη των εκρηκτικών παρόδων της Τσάιναταουν, κι ούτε τους κέρασαν μια μπύρα,


που τραγουδούσαν απ’ τα ανοιχτά παράθυρά τους απελπισμένοι, έπεσαν από το παράθυρο του μετρό στον βρώμικο Πασσάικ, ρίχτηκαν σε νέγρους, κλαίγανε στους δρόμους, χόρεψαν ξυπόλυτοι πάνω σε κρασοπότηρα σπασμένα πίττα στο μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζαζ του ’30, τέλειωσαν το ουίσκι και ξέρασαν με ρόχθο στη ματωμένη τουαλέτα, με βογγητά στ’ αυτιά τους και συριγμούς κολοσσιαίων σειρήνων,


που κουτρουβάλησαν στις λεωφόρους του παρελθόντος ταξιδεύοντας ο ένας στου άλλου το Γολγοθά του αυνανισμού της αγρύπνιας και της μοναξιάς της φυλακής ή στην ενσάρκωση της τζαζ του Μπίρμινχαμ,


που διασχίσανε τη χώρα απ’ το ένα άκρο στο άλλο σε εβδομήντα δύο ώρες για να δουν αν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, για να βρουν την αιωνιότητα,


που ταξίδεψαν στο Ντένβερ, που πέθαναν στο Ντένβερ, που ξαναγύρισαν στο Ντένβερ και περίμεναν εις μάτην, που αγνάντευαν στο Ντένβερ και στοχάζονταν και μονάζανε στο Ντένβερ και τελικά εφύγανε για ν’ ανακαλύψουν το Χρόνο, και το Ντένβερ είναι έρημο τώρα απ’ τους ήρωές του,


που πέσανε στα γόνατα σ’ απελπισμένες εκκλησιές και προσευχήθηκαν ο ένας για του άλλου τη σωτηρία και τη φώτιση και τις καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τα μαλλιά της μια στιγμή,


που σπάσαν το κεφάλι τους στις φυλακές καρτερώντας απίθανους εγκληματίες με χρυσά κεφάλια και τη γοητεία της πραγματικότητας στις καρδιές που τραγουδούσαν γλυκά μπλουζ στο Αλκατράζ,


που αποσύρθηκαν στο Μεξικό για να καλλιεργήσουν μια συνήθεια ή στα Βραχώδη όρη στο φιλόστοργο Βούδα ή στην Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στο Νότιο Ειρηνικό στη μαύρη λοκομοτίβα ή στο Χάρβαρντ στο Νάρκισσο στο Γούντλων στη γιρλάντα από μαργαρίτες ή στον τάφο,


που αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας το ραδιόφωνο για υπνωτισμό και απόμειναν με τη δική τους τρέλα και τα χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,


που πέταξαν κλούβια αυγά στους ομιλητές περί Ντανταϊσμού στο Κολέγιο της Νέας Υόρκης και μετά παρουσιάστηκαν στα γρανιτένια σκαλοπάτια του τρελοκομείου με ξυρισμένα κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες και απαιτώντας άμεσον λοβοτομίαν,


και που τους δόθηκε αντί γι’ αυτό το συμπαγές κενό της ινσουλίνης του μετρασόλ του ηλεκτροσόκ της υδροθεραπείας ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πινγκ-πονγκ και αμνησίας,


που αναποδογύρισαν ένα και μόνο συμβολικό τραπέζι του πινγκ-πονγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, και ξεκουράστηκαν για λίγο στην κατατονία,


και γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μ’ ένα ματωμένο κεφάλι, και τα δάκρυα και τα δάχτυλα, στην ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας των θαλάμων των τρελοπόλεων των Ανατολικών Πολιτειών,


στα δυσώδη δωμάτια του Πίλγκριμ και του Ρόκλαντ λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής, χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις της αγάπης, ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς, σώματα που γίνηκαν πέτρα βαριά σαν το φεγγάρι,


με τη μάνα τελικά------ και το τελευταίο φανταστικό βιβλίο πεταμένο έξω απ’ το παράθυρο, και την τελευταία πόρτα που έκλεισε στις 4 το πρωί και το τελευταίο τηλέφωνο που βρόντηξε στον τοίχο αντί απαντήσεως και το τελευταίο επιπλωμένο δωμάτιο που άδειασε μέχρι το τελευταίο κομμάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο τριαντάφυλλο καρφωμένο στην κρεμάστρα στη ντουλάπα, φανταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο κομματάκι παραισθήσεως -


Ω Καρλ, όσο δεν έχει σιγουριά δεν έχω σιγουριά, και τώρα είσαι στ’ αλήθεια μέσα στην απόλυτη μπουγιαμπέσσα του χρόνου-


και που γι’ αυτό ετρέχανε στους παγωμένους δρόμους δαιμονισμένοι από μια ξαφνική αστραπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης του καταλόγου του μέτρου και του παλμικού επιπέδου,






που ονειρεύονταν κι επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στο Χώρο και το Χρόνο μες από αντιπαραβαλλόμενες παραστάσεις, και παγίδευαν τον αρχάγγελο της ψυχής ανάμεσα σε 2 οπτικές εικόνες και δένανε τα στοιχειώδη ρήματα και βάζανε μαζί το ουσιαστικό και την παύλα της συνείδησης πηδώντας με την αίσθηση του Pater Omnipotens Aeterna Deus


για να αναγεννήσει τη σύνταξη και το μέτρο του φτωχού ανθρώπινου λόγου και να σταθεί μπροστά σας αμίλητος και νοήμων και τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως ανοίγοντας την ψύχη για να ομονοήσει με το ρυθμό της σκέψης μες στο γυμνό κι απέραντο κεφάλι,


ο τρελός το ρεμάλι κι άγγελος μπητ στο Χρόνο, άγνωστος, κι όμως καταγράφοντας εδώ αυτά που θ’ απομείνουν για να ειπωθούν σε καιρούς μετά το θάνατο, γι’ αυτούς


που υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στα φασματικά ρούχα της τζαζ στη χρυσοκέρατη σκιά της μπάντας και τραγουδούσαν το βάσανο γι’ αγάπη του γυμνού αμερικάνικου μυαλού με μια ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή που ανατρίχιασε τις πόλεις μέχρι το τελευταίο ραδιόφωνο


με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη και πεταμένη έξω απ’ τα κορμιά τους καλή για φάγωμα για χίλια χρόνια.


Ποια σφίγγα τσιμέντου και αλουμίνιου έσπασε τα κρανία και καταβρόχθισε τα μυαλά και τη φαντασία τους;


Μολώχ! Μοναξιά! Βρωμιά! Ασχήμια! Σκουπιδοτενεκέδες κι απρόσιτα δολάρια! Παιδιά που τσιρίζουν κάτω απ’ τις σκάλες! Αγόρια που κλαίνε μ’ αναφιλητά στους στρατούς! Γέροι που κλαψουρίζουν στα πάρκα!


Μολώχ! Μολώχ! Εφιάλτης του Μολώχ! Μολώχ ο χωρίς αγάπη καμιά! Μολώχ του μυαλού! Μολώχ ο στυγνός κριτής των ανθρώπων!


Μολώχ η ακατανόητη φυλακή! Μολώχ το νεκροκέφαλο άψυχο κάτεργο και Κογκρέσο των θλίψεων! Μολώχ των κτιρίων της κρίσεως! Μολώχ ο θεόρατος λίθος του Πολέμου! Μολώχ οι αποσβολωμένες κυβερνήσεις!


Μολώχ με τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής! Μολώχ με το αίμα που τρέχει λεφτά! Μολώχ με τα δάχτυλα δέκα στρατιών! Μολώχ με το στήθος δυναμό κανιβάλλων! Μολώχ με τ’ αυτί που καπνίζει σαν τάφος!


Μολώχ με τα μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ των ουρανοξυστών στη σειρά καθισμένων στους απέραντους δρόμους σαν Ιεχωβάδες! Μολώχ εργοστασίων που κρώζουν στο πούσι κι ονειρεύονται! Μολώχ καμινάδων κι αντενών που στέφουν τις πόλεις!


Μολώχ με αγάπη απέραντη πετρελαίου και πέτρας! Μολώχ με ψυχή τραπεζών και ηλεκτρικής ενέργειας! Μολώχ που η φτώχεια σου είναι το φάσμα της μεγαλοφυΐας! που η μοίρα σου είναι ένα σύννεφο άφυλου υδρογόνου! Μολώχ που το όνομά σου είναι Νους!






Μολώχ που μέσα σου νιώθω μονάχος! Μολώχ που μέσα σου ονειρεύομαι αγγέλους! Τρελός στο Μολώχ! Πούστης στο Μολώχ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στο Μολώχ!


Μολώχ που μπήκες στη ψυχή μου νωρίς! Μολώχ που μέσα σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση! Μολώχ που με τρόμαξες πάνω στη φυσική μου έκσταση! Μολώχ που σ’ εγκαταλείπω. Ξυπνώ στο Μολώχ! Φως κατεβαίνει από τον ουρανό!


Μολώχ! Μολώχ! Ρομπότ διαμερίσματα! αόρατα προάστια! σκελετώδη θησαυροφυλάκια! τυφλές πρωτεύουσες! δαιμονικές βιομηχανίες! φασματικά έθνη! αήττητα τρελοκομεία! γρανιτώδεις ψωλές! τερατώδεις μπόμπες!


Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας το Μολώχ στον Ουρανό! Πεζοδρόμια, δένδρα, ραδιόφωνα, τόννοι! την πόλη σηκώνοντας στον Ουρανό που υπάρχει παντού τριγύρω μας!


Οράματα! οιωνοί! παραισθήσεις! θαύματα! εκστάσεις! τα πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι!


Όνειρα! λατρείες! φωτοχυσίες! θρησκείες! ολόκληρη η μαούνα φορτωμένη ευαίσθητη κοπριά!


Καινοτομίες! πάνω απ’ το ποτάμι! υστερίες και σταυρώσεις! κάτω με το ρέμα! Ευφορίες! Θεοφάνειες! Απελπισίες! Δέκα χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες! Μυαλά! Αγάπες νέες! παλαβή γενιά! Κάτω στα βράχια του χρόνου!


Αληθινό άγιο γέλιο στο ποτάμι! Τα είδαν όλα! τ’ άγρια μάτια! τ’ άγια αλυχτήματα! Είπα αντίο! Πήδηξαν απ’ τη στέγη! στη μοναξιά! Κάτω στο ποτάμι! κάτω στο δρόμο!






Καρλ Σόλομον είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στην ίδια φοβερή γραφομηχανή


Στα όνειρα μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι πέρα για πέρα στην εθνική οδό που ζώνει την Αμερική με δάκρυα ως την πόρτα του σπιτιού μου στη δυτική νύχτα


Καρλ Σόλομον! Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ όπου πιο τρελός είσαι από μένα


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου πρέπει να νιώθεις πολύ παράξενα


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου μιμείσαι τη σκιά της μάνας σου


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου σκότωσες τις δώδεκα γραμματείς σου


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου γελάς με τούτο τ’ αόρατο χιούμορ


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στην ίδια φοβερή γραφομηχανή


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου η κατάσταση σου είναι σοβαρή και τη λεν στο ραδιόφωνο


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου οι κρανιακές λειτουργίες δεν αναγνωρίζουν πια τα σκουλήκια των αισθήσεων


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου πίνεις το τσάι απ’ τα στήθια των γεροντοκορών της Γιούτικα


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου λογοπαικτείς πάνω στα σώματα των νοσοκόμων σου τις στρίγγλες του Μπρονξ


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου ουρλιάζεις μες στο ζουρλομανδύα πως χάνεις το παιχνίδι στο πραγματικό πινγκ-πονγκ της αβύσσου


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου βροντάς στο κατατονικό πιάνο πως η ψυχή είναι αθώα και αθάνατη ποτέ δεν πρέπει να πεθαίνει βάναυσα σ’ ένα στρατοκρατούμενο τρελάδικο


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου πενήντα ακόμα σοκ και η ψυχή σου δεν θα ξαναγυρίσει στο σώμα της απ’ το προσκύνημά της σ’ ένα σταυρό στο κενό


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου κατηγορείς τους γιατρούς σου για φρενοβλάβεια και καταστρώνεις την εβραϊκή σοσιαλιστική επανάσταση ενάντια στο φασιστικό εθνικό γολγοθά


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου θα σχίσεις στα δυο τον ουρανό της Λονγκ Άιλαντ και θ’ αναστήσεις τον ζωντανό σου ανθρώπινο Ιησού απ’ τον υπερανθρώπινο τάφο


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου υπάρχουν εικοσιπέντε χιλιάδες τρελοί σύντροφοι όλοι μαζί τραγουδώντας τις τελευταίες στροφές της διεθνούς


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου σφιχταγκαλιάζουμε και φιλούμε κάτω απ’ τα σεντόνια τις Ηνωμένες Πολιτείες τις Ηνωμένες Πολιτείες που βήχουν όλη νύχτα και δεν θα μας αφήσουνε να κοιμηθούμε


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


όπου ξυπνάμε απ’ το κώμα ηλεκτρισμένοι απ’ τα αεροπλάνα των ψυχών μας που σουρίζουν πάνω απ’ τη στέγη ήρθαν να ρίξουν τις αγγελικές τους μπόμπες το νοσοκομείο καταυγάζεται στο φως φανταστικοί τοίχοι γκρεμίζονται. Ω κοκκαλιάρες λεγεώνες ορμάτε έξω Ω αστερόεσσα καταπληξία του ελέους ο αιώνιος πόλεμος είναι εδώ Ω νίκη ξέχασε τα εσώρουχά σου είμαστε ελεύθεροι


Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ


στα όνειρά μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι πέρα για πέρα στην εθνική οδό που ζώνει την Αμερική με δάκρυα ως την πόρτα του σπιτιού μου στη Δυτική νύχτα.


Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο! Άγιο!


Ο κόσμος άγιος! η Ψυχή είναι άγια! το δέρμα άγιο! Η μύτη ‘ν’ άγια! Η γλώσσα κι η ψωλή το χέρι κι ο κώλος άγια!


Όλα είναι άγια! κι ο καθένας άγιος! όλ’ αγιασμένα κι η κάθε μέρα αιωνία! Κι ο καθένας άγγελος!


Και το ρεμάλι άγιο σαν τα σεραφείμ! κι ο τρελός είναι άγιος όπως εσύ ψυχή μου άγια!


Η γραφομηχανή ’ναι άγια το ποίημα άγιο η φωνή ’ναι άγια οι ακροατές ή έκσταση άγια!


Άγιος Πήτερ άγιος Άλλεν άγιος Σόλομον άγιος Λουσιέν άγιος Κέρουακ άγιος Χάνκε άγιος Μπαρόζ άγιος Κάσαντυ άγιοι οι άγνωστοι φουκαράδες ζητιάνοι άγιοι οι φριχτοί ανθρώπινοι άγγελοι!


Άγια η μάνα μου στο άσυλο ψυχοπαθών! Άγιες οι ψωλές των παππούδων του Κάνσας!


Άγιο το παραπονιάρικο σαξόφωνο! Άγια η αποκάλυψη της τζαζ! Άγιες ορχήστρες μαριχουάνα χίπστερς ειρήνη κι ηρωίνη και ντραμς!


Άγιες οι ερημιές πεζοδρομίων και ουρανοξυστών! Άγιες οι καφετέριες εκατομμυρίων θαμώνων! Άγιοι οι μυστικοί ποταμοί των δακρύων κάτω απ’ τους δρόμους!


Άγια η άγρια μοναξιά και προσευχή! Άγιος ο μέγας αμνός της μεσαίας τάξεως! Άγιοι οι τρελοί ποιμένες της επαναστάσεως! Όποιος ζει το λος Άντζελες ΕΙΝΑΙ το Λος Άντζελες!






Άγια Νέα Υόρκη Άγιο Σαν Φραντσίσκο Άγια Πεόρια και Σηάτλ Άγιο Παρίσι Άγια Ταγγέρη Αγία Μόσχα Αγία Ιστανμπούλ!


Άγιος χρόνος εις τους αιώνας αγία αιωνιότης εις τον χρόνον άγια τα ρολόγια στο διάστημα αγία Τετάρτη διάσταση αγία Πέμπτη Διεθνής άγιος ο άγγελος μες στο Μολώχ!


Αγία η θάλασσα αγία η έρημος άγιες οι σιδηροτροχιές άγιος ο σιδηρόδρομος άγια οράματα άγιες παραισθήσεις άγια τα θαύματα άγιο το μάτι αγία η άβυσσος!


Άγια συγγνώμη! έλεος! χάρις! πίστις! Άγια! Τα δικά μας! τα σώματα! ο πόνος η μεγάλη καρδιά!


Άγια η υπερφυσική νοήμων ευγένεια της ψυχής!



Δεν υπάρχουν σχόλια: