Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

ΕΔΕΜΙΚΟ



Ένας άγγελος χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας και το ρέμμα στερεμμένο
σαν πουκάμισο φιδιού μέσα στις πέτρες και ο βράχος καπνισμένος
θαρρείς και κράτησε τον ίσκιο μιας φωτιάς ή αυτού του αγγέλου·
ακόμα η μυρουδιά πυρακτωμένου σίδερου στη μνήμη ακόμα
εκείνος ο αχός μέσα στο αίμα μας·
σάμπως βαθειές ανάσες οι φτερούγες θέριζαν το χρόνο
κι έλαμψαν τα οστά λευκά πάνω στην άβυσσο κι αδιάβαστα
κι άνοιγ’ απάνω ο ουρανός μ’ όλα τα ζώα του και τ’ άστρα,
ζώα πανάρχαια κι άστρα δροσερά μια ευφροσύνη
σαν όπως πριν από τη γνώση πριν από την πτώση,
μέσα στον κήπο του Θεού που ’χ’ ευωδιάσει δροσερή μια πυρκαγιά τον ύπνο
σου
κοντά στο άσπρο βόδι και στο ζώο του Ήλιου που αναχάραζαν
ενώ το σούρουπο του κόσμου κούρνιαζε κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς
κι έβγαινε η πεταλούδα του βραδιού με τις σφραγίδες από έκλειψη ήλιου στα
φτερά της
και στον αστερισμό του Αιγόκερω η μηλιά γυναίκα και το φίδι
γλιστρώντας στη μασχάλη του δεντρού τινάχτηκε
κι έπεσαν μπόρα τ’ άνθη πάνω σου και ξύπνησες.
Ένας άγγελος
χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας μέσα μας παντού
αυτή τη στάχτη.


(Μανθρασπέντα 1977)

Δεν υπάρχουν σχόλια: