Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

                       
Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό     είχα κάνει Ναό που
καθόμουν να τον φυλάγω
Πλάκωνε το μεσημέρι και αυτό που λέμε σκέψη μες στη ρώγα του
μαύρου χτυπούσε σταφυλιού να σπάσει
Κάτι θα 'πρεπε να γίνεται μέσα στον ουρανό που να το πιάνει κανέ-
νας με το σώμα σαν ονείρωξη
«Αργά     στη μεγάλη απ' την αντήχηση αίθουσα    σίμωσε το κλουβί
ο γενειοφόρος κι άνοιξε το καγκελάκι     Τόσος μόχθος αιώνων για
μια κίνηση μικρή σαν του κλειδούχου     που όλοι την εύχονταν αλλά
κανείς δεν την αποτολμούσε
Σάλεψαν τα παραπετάσματα και ο ήχος του πουλιού πριν απ' το είδω-
λό του ακόμη έφτανε ψαύοντας την οροφή
Έφεγγε γύρω στα γλυπτά και πάνω από το περιστύλιο ακινητούσε
μια στιγμή σαν ίλιγγος     που χτυπιόντουσαν τα δέντρα στο βορινό
παράθυρο κι έβλεπες να μετατοπίζεται το σέλας ώσπου
Να την     η γυμνή γυναίκα     με την πράσινη άχνη στα μαλλιά και το
χρυσό συρμάτινο γιλέκο     ήρθε και κάθισε απαλά πάνω στις πλάκες
με τα πόδια μισάνοιχτα
Που αυτό μες στη συνείδησή μου πήρε το νόημα λουλουδιού όταν
του ανοίγει ο κίνδυνος την πρώτη τρυφεράδα     Και κατόπιν    ακρι-
βώς όπως
Μέσα στην Αποκάλυψη     περάσανε με τη σειρά τα τέσσερα αλόγα:
το μαύρο     το ασημί     το ένοχο     και τ' ονειροπαρμένο     δίχως σέλα
ή αναβάτη     θέλοντας να δείξουν πως η δόξα τους παρήλθε
Και πως τα πλήθη πίσω τους που οδεύουν     πανστρατιά     παν να κα-
ταποθούν από τη γέννα του Παραδείσου     καθώς ήτανε γραμμένο
Αντικρύ της ο άντρας άνοιξε το ρούχο     και τ' ωραίο του ζώο κινήθη-
κε μπροστά για μια ζωή στη χώρα των δασών και των ήλιων.»
Μύρισα μέσα στον αέρα το σώμα της συκιάς     όπως μου ερχόταν
φρέσκο ακόμη απ' τις μπογιές της θάλασσας
Που κουνήθηκα πάνω του     εωσότου     ξύπνησα γλυκά     και το γάλα
του ένιωσα να μου κολλάει ανάμεσα στα πόδια
Με μανία συνέχιζα να γράφω «Περί Πολιτείας» μες στην άκρα κατά-
νυξη του απέραντου γλαυκού

Και στα διάφανα μεγάλα φύλλα     Μια στιγμή φάνηκαν τα νησιά
και ακόμα πιο ψηλά μες στον αιθέρα οι τρόποι όλοι που 'χανε να
πετάνε τα πουλιά     σκαλί σκαλί ως το άπειρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: