Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Λόρενς Ντάρρελλ (1912 – 1990)


Το Πορτραίτο της Θεοδώρας


Τη θυμάμαι με μια χρυσή φακίδα

στην κόρη του ενός ματιού, ένα παράξενο

χρυσό φράουλας: και μετά πολλά χρόνια

λησμονιάς του μουσικού της σώματος-

χέρια πολύ μακριά, καρποί πολύ λεπτοί –

Θυμάμαι μόνον τις άστατες επιθυμίες

που τάραζαν τη σάρκα. Δεν θα το αρνηθώ,

το υπεροπτικό ύφος της ήταν γελοίο, αστικό:

Πίσω του άκουγες το θλιμμένο

επαρχιώτικό γέλιο που σάπιζε η αγρύπνια.


Καμιά απ’ αυτές τις συναντήσεις δε σχεδιάστηκαν,

υποθέτω, ή επιδιώχτηκαν από τις ιέρειες

του έρωτα της πόλης –μια πόλη που ιδρύθηκε

στο όνομα του έρωτα: για μένα είναι πάντοτε

ένα πρόσωπο μελαχρινό, δόντια λευκά,

ένα φθηνό καλοκαιρινό φόρεμα,

με πράσινες και άσπρες ρίγες και για πάντα

ένα φραουλένιο μάτι. Δε θυμόμουν τίποτα.

Για χρόνια. Τα μάτι περίμενε.


Ώσπου σε μια άλλη πόλη, μες’ απ’ τα ίδια

μπαγιάτικα χνώτα και τα ύποπτα σεντόνια, στο μέσον

κάποιου χωρισμού η ίδια σκοτεινή κρεβατοκάμαρα,

το παγωμένο δοχείο νυχτός και το εχθρικό σιδερένιο κρεβάτι,

είδα το φανάρι του δρόμου να ξηλώνει τη Θεοδώρα

σαν παλιό πλεκτό, να ισιώνει τις ρυτίδες στα μάτια και στο στόμα

ξεφασκιώνοντας τη νιότη της για να δω

τις πληγές που δεν είχα καταλάβει άλλοτε.


μτφ: Μιράντα Σταυριανού





Αφροδίτη..

Δεν αναδύθηκε από κάποια ήρεμη θάλασσα

μέσα στο πλούσιο από μαργαριτάρι όστρακό της,

μα από μια τέτοια θάλασσα. Ω θάλασσα,

δαρμένη με μαστίγια σιδερένια! Ω θάλασσα,

που βράζεις με αλάτι τον αφρό σα σβώλους!

ή σαν το μαλλί στ’ αδράχτια της σελήνης,

σημαδεμένη απ’ τον καιρό, πικρή κρυφομάντισσα:

Μια τέτοια νύχτα θύελλας και μόχτου,

τρέμοντας αναδύθηκε μέσα στην ιστορία μας –

με μάτια από τον πανικό θωρώντας…

Γέννημα της πεθυμιάς τα’ ανθρώπου αυτή η άφατη ομορφιά,

τ’ ανθρώπου πεθυμιά, αυτό τα’ αθάνατο απολίθωμα.

μτφ: Πάνος Καραγιώργος



Πικρολέμονα

Σ’ ένα νησί με πικρολέμονα

οπού του φεγγαριού δροσάτη η πύρα λάμπει

απά στις σκούρες σφαίρες του καρπού,


και το ξερό γρασίδι που πατιέται

ταλαιπωρεί τη μνήμη και ξυπνάει

συνήθειες πεθαμένες τη μισή ζωή τ’ ανθρώπου.


Καλύτερα να μείνουν όλα τ’ άλλα ανείπωτα,

σκοτάδι κι ομορφιά κι ορμή και πάθος

ας μείνουν οι παλιές θαλασσομάνες να φυλάνε


στον ύπνο τους τα θυμητάρια

και το σγουρό της ελληνίδας θάλασσας κεφάλι

τα γαληνά του να κρατάει σαν δάκρυα που δεν χύθηκαν.


Τα γαληνά του να κρατάει σαν δάκρυα που δεν χύθηκαν.

μτφ: Αιμίλιος Χουρμούζιο

http://tokoskino.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: