Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ετσι είναι τα πουλιά





Συγγένειες

Να γίνω κήπος με ελάφια και κλαδιά ώς τ' αστέρια;
Να γίνω φλέβα του νερού που σκίζει το παγόβουνο;
Να γίνω αλάτι που μαραίνει τους καταρράκτες των πληγών;

Ή μήπως να γίνω αίμα και να διώξω το αλάτι,
να γίνω χιόνι που παγώνει όλες τις φλέβες,
να γίνω παγίδα ελαφιών και κεραυνός φωτιά στα δέντρα;

Μα εγώ είμαι ο κήπος το ελάφι το κλαδί
ο κεραυνός και η παγίδα
το νεράκι ο πάγος και το χιόνι
το αλάτι το αίμα κι η πληγή.

Η ομορφιά τόσο να μοιάζει με τον θάνατο;
Καθόλου – θα μου πεις –
η ομορφιά είναι ατίθαση
κι ο θάνατος χαδιάρης.
Κι όμως είναι κι οι δυο
του Υπνου μας αδέρφια.



Η κόρη στην κόγχη της

Το ένα μάτι το έχασα
όταν ήμουν πέντε:
το έβγαλα με το κουτάλι
και το 'ριξα στο φαγητό
όσοι έρχονταν στο σπίτι
μπουκιά δεν βάζανε στο στόμα τους
κι έτσι το μάτι μου έμεινε άταφο
και τώρα πια έχει στοιχειώσει
γράφει ποιήματα
καπνίζει
κάνει επισκέψεις σε νεκρούς
ησυχία δε βρίσκει

ας το φάει κάποιος

το άλλο μάτι βούλιαξε
σ' ένα λιβάδι
μου τ' άρπαξε η ομορφιά
κι ούτε που την ξανάδα

μα δεν μπορείς να πεις πως είμαι και τυφλή
τη μισή μου όραση την κλέβω
από τα νυχτοπούλια:
αφήνω κραυγή και στο γύρισμά της μετρώ
το σκοτάδι της ελευθερίας μου
την άλλη μισή την έκανα
βότσαλο πελαγίσιο

βρήκα μια κόγχη
στην ακροθαλασσιά
και περιμένω πια
να με σκάψει το κύμα.



Γλυκό του κουταλιού

Το σπίτι είχε παράθυρα κρουστά
χτυπούσαν τα τζάμια στον αέρα
κι εγώ περνούσα ανάμεσα
δεν με πρόσεχε κανείς
κουβαράκι στην πλάτη του σκρίνιου
χάντρες και κρόσσια τα μάτια μου
δαντέλα αόρατη μεσημεριού

κι όλο μιλάγανε για μένα
που χτύπησα το δόντι μου με πέτρα
να φύγει να φύγει
να το κρεμάσω ύστερα στην πόρτα
από κλωστή και σελοτέιπ
και που τραβούσα τα μαλλιά
τούφες ολόκληρες στα χέρια μου
για να πλέκω νεκρά κοτσιδάκια

ήξερα τότε τι θα σκέφτονταν
μήπως χαλάσω κι άλλο εαυτό
κομμάτι που δεν αναπληρώνεται
με εύκολες μεμβράνες

και η γιαγιά καθισμένη στην άκρη
με το βαρύ αυτί της
δεν άκουγε λόγια που έτρεμαν και εξηγήσεις
μόνο έβγαζε κουκούτσια από το βύσσινο
κι απ' το κερασί κι απ' το βερίκοκο
γλυκά γλυκά να μου φτιάχνει
και τα νύχια της να γεμίζουν
μπουκιές από φρούτα

τα νύχια των νεκρών μας
σαλεύουν επίμονα το χώμα
με κινήσεις οικείες ό,τι έζησαν
και το μάντευα
από έναν τριγμό στο στήθος μου
για δέκα μέρες πως τα χέρια της
ψάχναν το κέντρο των καρπών
και φύτευαν δεντράκια
υπόγεια δάση και βατόμουρα
και στο στομάχι μου
σαν κλέφτες μπαίναν
γλυκά του κουταλιού.



Κάλεσμα

Θαλασσοπούλια μέλισσες
άγρια πουλιά και νυχτερίδες
μυρμήγκια φτερωτά και ασχημόπαπα
κουρνιάστε μες στα ποιήματα

τραβήχτε ψηλά εμάς τους άπτερους
θαμμένοι είμαστε βαθιά
στα θεμέλια της ψυχής μας
έτσι στεριώσαμε το σώμα μας.






Δεν υπάρχουν σχόλια: