Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

ROBERTO JUARROZ



Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών…

Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών,
των δέντρων, του αέρα και σωμάτων άλλων,
μα περισσότερο ακόμα απ’ αυτό της σκέψης.
Απ’ την αρχή το πρόγραμμα της μέρας δημιουργεί
μετουσιώνοντας το πρωινό
σε πρωτόκολλο αναμνήσεων.

Πολλά φώτα έχει το φως
και μέρες πολλές η μέρα,
όπως πολλά τα πρόσωπα στον καθρέφτη καθενός.
Μα το κλειδί άλλο δεν είναι απ’ το κόσκινο,
τη συνδυαστική λεπτότητα,
την εφευρετικότητα της μοίρας
προκειμένου να σουρώσουν οι δόσεις διαύγειας
και να ταιριάξουν τα ίχνη των ειδώλων,
αυτών που την κάθε ώρα σε στιγμές μονάκριβες μετατρέπουν
μέσα στην ανούσια –υποτίθεται– μονοτονία του χρόνου.

Πάντα θέλει το φως μεσάζοντες,
όπως –θαρρείς- τα πράγματα όλα.
Της πραγματικότητας ίσως ένα κλειδί να ’ναι αυτό:
Μηνύματα άμεσα δεν υπάρχουν.
Όλα μεσολάβηση, καθώς το άμεσο σκοτώνει.

Και τι να παρεμβάλει τότε κανείς
ανάμεσα στο ρόδο και το φως,
τη νύχτα και τον έρωτα,
τον άνθρωπο και το θάνατο,
ανάμεσα στη ζωή και τούτο το πρωινό,
που ανάμνηση έχει γίνει;

Τι να παρεμβάλει κανείς ανάμεσα
σ’ αυτό που κάτι είναι
και σε ό,τι δεν είναι,
για να μπορέσει να γίνει;

Πώς την απόσταση να κοσκινίσεις
ανάμεσα σε ’μας και την απουσία,
προκειμένου εν τέλει τη δική μας να βρούμε παρουσία;




Σακατεμένα, νικημένα…

Σακατεμένα, νικημένα,
αποδεκατισμένα από τους βαρβάρους,
τα δάση όσο πάει αφανίζονται,
όμοια με τα φύλλα της σκέψης.
Και κάτι μας αποδιώχνει ήδη από τα λιγοστά δάση
τα εναπομείναντα,
σαν πλάσματα ανεπιθύμητα
που αποδείχθηκαν ανίκανα
να βρουν εκεί μια στέγη.

Έχουμε χάσει την εστία την καλύτερη
ανάμεσα σε όλους τους οίκους της σκέψης∙
την εστία που, μεταξύ άλλων, μας εξασφάλιζε
δυο αρχές θεμελιώδεις:
τη μη σκέψη που σκέφτεται
και τη σκέψη που δεν σκέφτεται.

Έχουμε χάσει τους ιλίγγους της σιωπής,
το σιωπηλό κόσκινο των φύλλων,
την υλιστική μορφή της σιωπής,
το χρώμα της σκέψης που ’χει η σιωπή,
έως και την ίδια τη σκέψη της σιωπής.

Μόνο απομένει να ορθώσουμε το δικό μας δάσος,
βάζοντας στη θέση των κορμών,
των κλαδιών και των φύλλων,
αυτό το σύνθετο κουβάρι
από λέξεις και σιωπές,
αυτό το δάσος που εξίσου εξασφαλίζει
μουσικές μυστικές,
το δάσος αυτό που είμαστε
κι όπου φορές-φορές
ακούς ένα πουλί να τραγουδά.

Μόνο απομένει να ορθώσουμε το δικό μας δάσος
για να ολοκληρώσουμε την απαραίτητη τελετουργία
που συμπληρώνει τη ζωή:
ν’ αποτραβηχτούμε στο δάσος
και ν’ ανακτήσουμε τη μοναξιά.
Και έτσι να πάρουμε το δρόμο πάλι για το μεγάλο ταξίδι.


Ένα αφιέρωμα στον Αργεντίνο ποιητή,
Ρομπέρτο Χουαρός (1925-1995)
Εισαγωγή, μετάφραση, επιλογή: Έλενα Σταγκουράκη


Στo παρόν αφιέρωμα στον Αργεντίνο ποιητή και πανεπιστημιακό, Ρομπέρτο Χουαρός, προτιμήσαμε, αντί να γράψουμε εμείς λίγα λόγια για τη ζωή του, ν’ αφήσουμε τον ίδιο τον ποιητή να μας μιλήσει γι’ αυτήν, ώστε ν’ ακουστεί καθαρότερη η φωνή του. Ας τον ακούσουμε λοιπόν:

«Σας εξομολογούμαι ότι ποτέ δεν αισθάνθηκα πολύ άνετα με τη βιογραφία μου. Απ’ τη μια πλευρά δεν της έχω δώσει ιδιαίτερη σημασία και απ’ την άλλη μου μοιάζει περισσότερο με σύμπτωση, μια μίξη τύχης και μοιραίου, κάτι που θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί διαφορετικά, χωρίς ίσως ξεχωριστή αξία κι ενδιαφέρον για τους άλλους ή απλώς και μόνο σημαντικό για τη ζωή μου την ίδια και τη μετουσίωσή της σε ποίηση. Η ζωή με ενδιαφέρει πάρα πολύ για να τη ζήσω, όχι όμως και για να την ενθυμούμαι, πολύ λιγότερο δε για να την περιγράφω. Βεβαίως, όλα τούτα είναι σαφώς πιο σύνθετα, μα δεν μπορώ ν’ αποφύγω ένα είδος αλλεργίας απέναντι στη βιογραφία μου.

Ωστόσο, ελλείψει εναλλακτικής λύσης, σας στέλνω ένα βιογραφικό σημείωμα, συνταγμένο προς απάντηση γενικών ερωτημάτων που συνηθίζουν να μου θέτουν. Θα δείτε, λοιπόν, ότι έχω πίσω μου πλήθος δραστηριοτήτων (ίσως και υπερβολικά πολλών), μεταξύ των οποίων πολυάριθμα ταξίδια, εργασίες, μελέτες, δημοσιεύσεις κλπ. Γεννήθηκα σ’ ένα μικρό χωριό στην εξοχή, στις 5 Οκτωβρίου 1925. Εκεί πέρασα ανέμελα, θα έλεγα, παιδικά χρόνια, με σκαμπανεβάσματα και στιγμές μοναξιάς και μυστηρίου. Η καταγωγή μου είναι βασκική, αν και είμαι τέκνο Αργεντινών. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής σιδηροδρομικού σταθμού κι έτσι έζησα μέχρι την ηλικία των 9 ή 10 ετών μέσα στον κόσμο των τρένων μακρινών αποστάσεων, φορτωμένων –στα μάτια μου– με την ατμόσφαιρα των ταξιδιών και της περιπέτειας. Επιπλέον, υπήρξαν δύο ακόμη καθοριστικοί παράγοντες στην παιδική μου ηλικία: η φύση (η γης, οι πεδιάδες, ο ατέλειωτος κάμπος, η απόλυτη σιωπή, μερικά δέντρα, πολλά πουλιά, ζώα, βροχές, άνεμοι, απέραντοι ουρανοί, θάλασσα κλπ.) και η θρησκεία (ο καθ0λικός ναός, οι προσευχές, οι Γραφές, οι επισκέψεις ιερέων και μοναχών, το θεολογικό κολλέγιο κλπ).

Είχα δύο αδέρφια (έναν αδερφό και μία αδερφή), πολλά ξαδέρφια, παιχνίδια, τσακωμούς, οικογενειακές ρήξεις, αρρώστιες, στοργή, απογοητεύσεις, κάποιες κρυφές φαντασιώσεις κι έντονη την τάση προς απομόνωση και μοναχικά παιχνίδια. Όταν ήμουν περίπου 10 ετών, ο πατέρας μου, διατηρώντας τη θέση του διευθυντή σταθμού, μετατέθηκε σε ένα χωριό στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες, το Αδρογκέ. Πρόκειται για τον ίδιο τόπο όπου έζησε για κάποιο διάστημα ο Μπόρχες, περιγράφοντας αρκετά τους δεντροστοιχισμένους δρόμους, τα πάρκα, γεμάτα με μυστικά, τα παλιά μεγαλόπρεπα κτίρια και το στοιχειωμένο σχεδόν ξενοδοχείο. Στο Αδρογκέ τελείωσα δημοτικό και γυμνάσιο, έζησα μια εφηβεία γεμάτη αφυπνίσεις και συναισθήματα λίγο-πολύ μυστικιστικά, βίωσα τον έρωτα, τα πρώτα σημαντικά λογοτεχνικά αναγνώσματα, τις πρώτες ποιητικές ανακαλύψεις και δοκιμές, τη συγγραφή ως κάτι περισσότερο από μια απλή επαναλαμβανόμενη πράξη, τις μακρές νύχτες της μοναξιάς και της ανάγνωσης, της ποίησης και του διαλογισμού. Όλα ετούτα τα ένιωσα δε ως κορύφωση, ύψιστο σημείο της πραγματικότητας και με σημάδεψαν για πάντα. Κάποιες γνωριμίες αποφασιστικής σημασίας, η γέννηση μεγάλων ερωτηματικών, η πληγή από την εγκατάλειψη βασικών αρχών. Ο πατέρας μου πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα μέσα στα χέρια μου κι έτσι εισέπνευσα το θάνατο. Εγκατέλειψα την εκκλησία και το κλέος της, αλλά παρέμεινα διαποτισμένος από κάτι το μυστικιστικό, το οποίο επαναλαμβανόμενα αναδύεται και καταδύεται στην ποίησή μου, τη μόνη μου θρησκεία, αν και όχι υπό την έννοια του δόγματος, αλλά με την πρώτη της, ευρεία σημασία, για την οποία έκανε λόγο ο Νοβάλις όταν μιλούσε για την ποίηση ως πρότυπη θρησκεία της ανθρωπότητας.

Εκεί, στο Αδρογκέ, ήρθα επίσης αντιμέτωπος με την οικονομική στενότητα κι απόκτησα την πρώτη μου δουλειά σε ηλικία 17-18 ετών, ως βιβλιοθηκάριος (το μελλούμενο παντοτινό «επάγγελμά» μου) στην εθνική σχολή. Απέκτησα κάποιες δυνατές φιλίες, κατανόησα καλύτερα την καλοσύνη της μητέρας μου και τους εγωισμούς μελών της οικογένειας κι ακολούθησαν οι ατέλειωτες συζητήσεις, οι αναπόφευκτες ρήξεις, η κατάδυσή μου ολοένα βαθύτερα στην ποίηση, οι μεγάλες θυσίες για χάρη της (η πρώτη μου κοπέλα και η τύχη της, οι πρώτες μου πανεπιστημιακές σπουδές και η διακοπή τους, οι πρώτες μου επιτυχίες στην πολιτιστική σκηνή της επαρχίας, τα σχέδια για μια «κοινωνικο-λογοτεχνική» ζωή κλπ). Ήταν όμως στο ίδιο μέρος που, αντιθέτως, παντρεύτηκα για πρώτη φορά κι απέκτησα μια κόρη, σε ηλικία περίπου 25 ετών. Αργότερα ήρθε ο χωρισμός και τα πρώτα μου μακρινά ταξίδια, τόσο στη στεριά (στο νότο, στην Παταγονία και τις τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις της) όσο και στη θάλασσα (ως υπάλληλος μιας ακτοπλοϊκής εταιρείας, μετά την απόλυσή μου από τη θέση που κατείχα λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, επισκεπτόμενος τη Νέα Υόρκη, διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής, λιμάνια του νότου κλπ). Επέστρεψα αργότερα στη θέση μου ως βιβλιοθηκάριος, την οποία διατήρησα για 20 περίπου χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς ατυχήματα κι εξορίες λίγο-πολύ επιβεβλημένες. Εκείνη την εποχή δούλευα τέσσερις ώρες την ημέρα, τα πρωινά, κι αφιέρωνα τον υπόλοιπο χρόνο στην ανάγνωση, την ποίηση κι όλα τα άλλα.

Στα 30 μου αποφάσισα να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες το αντικείμενο που τόσο πολύ είχα ζήσει και που συνιστούσε το μέσο αυτοσυντήρησής μου: βιβλιοθηκονομία. Η προσαρμογή μου υπήρξε δύσκολη, ωστόσο κατάφερα ν’ αποφοιτήσω. Τότε ήταν που γνώρισα τη Λάουρα κι ενώθηκα μαζί της, έχοντάς την σύντροφο αναντικατάστατη. Αργότερα μου δόθηκε υποτροφία απ’ το Πανεπιστήμιο για σπουδές στο Παρίσι για ένα χρόνο. Έτσι, ανακάλυψα την Ευρώπη κι άρχισα να τη διατρέχω απ’ άκρη σ’ άκρη. Εκείνη η εμπειρία υπήρξε καθοριστική για ’μένα, ένα πραγματικό ταξίδι επιστροφής στις ρίζες, το οποίο η Λάουρα μοιράστηκε μαζί μου για κάποιους μήνες. Επιστρέφοντας απ’ την Ευρώπη ανακηρύχθηκα λέκτορας του Πανεπιστημίου, όπου ακολούθησα μια μακρά πορεία διδασκαλίας, η οποία, μέσα από αμέτρητες αλλαγές, μεταθέσεις και συμπτώσεις οδήγησε στον τίτλο του τακτικού καθηγητή και διευθυντή του τμήματος σπουδών της ειδίκευσής μου.

Ανέκαθεν απεχθανόμουν την πολιτική, την οποία θεωρώ τον απόλυτο αντίποδα της ποίησης, όποιο χρώμα κι αν έχει η πρώτη. Το διακήρυττα παντού και πάντα, με οποιοδήποτε κόμμα στην εξουσία. Κι αυτό, εξάλλου, πλήρωσα: μετατέθηκα αυθαιρέτως σε τρεις περιπτώσεις, δυο φορές όντας στο Πανεπιστήμιο και μία παλαιότερα. Πρόσφατα συμμετείχα σε διαγωνισμό και κέρδισα. Να δούμε έως πότε θα συμβαίνει αυτό.

Τα υπόλοιπα αναφέρονται παρακάτω εν συντομία. Πέρασα αρκετά χρόνια στην εξορία, καθώς με ανάγκασαν να εγκαταλείψω τη χώρα. Στα τέλη του 1977, όντας ήδη στο Τέμπερλεϊ υπέστη καρδιακή προσβολή που ήρθε να προστεθεί στα υπόλοιπα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζα έως τότε. Όπως πολλοί άλλοι, έχω συγκεντρώσει αμέτρητες εμπειρίες, νιώθω σε βάθος το μοναδικό πλούτο της ζωής και, όπως θα έλεγε ένας αξέχαστος χαρακτήρας του Μπέργκμαν, παρά την ηλικία μου κι ό,τι αυτό συνεπάγεται, «αισθάνομαι σαν να ’μαι 10 χρονών».

Όσο για τα άλλα, αυτά που πραγματικά έχουν σημασία, τα γνωρίζετε κι εσείς: αγαπώ την ποίηση περισσότερο από ποτέ, θεωρώντας την ως την υπέρτατη δημιουργία του ανθρώπου, αισθάνομαι –όπως πάντα– σαν μαθητευόμενος, έχω επίγνωση ότι έχω γράψει κάτι συγκριτικά διαφορετικό, δε μ’ ενδιαφέρει η επιτυχία ούτε να κάνω περιουσία, ούτε καν η «κοινωνικο-λογοτεχνική» σκηνή. αναζητώ το δεκτικό, εξακολουθώ να τρέφω μεγάλη εκτίμηση σε ορισμένα πρόσωπα (όπως τον Πόρτσια, τον Ρίλκε ή τον Ουιντόμπρο), πάντα είχα καλούς φίλους, ενδιαφέρομαι ειλικρινά για τον άνθρωπο, με τρομάζει λιγάκι η αυξανόμενη αποδοχή που γνωρίζω τα τελευταία χρόνια και οι φωνές που φτάνουν ως εδώ από διάφορα μέρη του κόσμου, είμαι γεμάτος αναπάντητα ερωτήματα, ωστόσο έχω βαθιά πίστη σε κάτι που μπορώ να ξεδιαλύνω μόνο μέσα στην ποίησή μου και… θα ήθελα να ζήσω λίγο ακόμα.»

Αυτά είχε να πει ο Χουαρός, παραλείποντας το πλήθος βραβείων και διακρίσεων με τα οποία έχει τιμηθεί. Την εισαγωγή, εν είδει αυτοβιογραφικού σημειώματος, ακολουθεί δείγμα της ποίησης του Χουαρός, αποτελούμενο από ποιήματα προερχόμενα άλλα από τα κατάλοιπα του ποιητή κι άλλα από το ποιητικό του έργο με τίτλο «Ποίηση κατακόρυφη» (Poesía vertical).

Να σημειώσουμε ότι ο Χουαρός έχει μεταφραστεί στα ελληνικά κι από τον Αργύρη Χιόνη («Κατακόρυφη ποίηση», εκδόσεις Τα τραμάκια, 1997).



http://www.poeticanet.gr/robero-juarroz-a-322.html

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 22.09.2010


Δεν υπάρχουν σχόλια: