Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

WALLACE STEVENS


II

Η γαλάζια γυναίκα, φτιασιδωμένη, στο παράθυρο,

δεν ζητούσε οι φουντωτές αγκαθιές
να είναι ψυχρό ασήμι, ούτε τα αφρώδη σύννεφα

να είναι ορμητικά, αφρισμένα κύματα,

ούτε τα αφροδίσια άνθη να αναπαύονται
χωρίς τις λυσσαλέες τους έξεις, ούτε, τη νύχτα,

η μεθυστική ζέστη του καλοκαιριού,

να δυναμώνει τα υποτονικά της όνειρα και μέσα τους
να παίρνει την αληθινή μορφή της. Της αρκούσε

που θυμόταν: οι αγκαθιές της άνοιξης

γυρνούν στις θέσεις τους ανάμεσα στα κληματόφυλλα
για να δροσίσουν τις ροδοκόκκινες ορμές τους - τα αφρώδη
σύννεφα

δεν είναι παρά αφρώδη σύννεφα - τα αφρώδη άνθη

μαραίνονται δίχως εφηβεία - κι αργότερα,
όταν η αρμονική ζέστη των αυγουστιάτικων πεύκων

μπει στο δωμάτιο, αποκοιμιέται και είναι η νύχτα.

Της αρκούσε που θυμόταν.
Η γαλάζια γυναίκα κοιτούσε κι ονόμαζε απ' το παράθυρό της

τα λουλούδια της κρανιάς, με την ψυχρή τους λάμψη,

πραγματικά λουλούδια άρα ψυχρά, ψυχρές απεικονίσεις,
λαμπερές, που τίποτα δεν διαταράσσει εκτός απ' τη ματιά της.

Ποίημα από τη συλλογή Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο, μτφρ.: Στάθης Καββαδάς, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1994

http://www.e-poema.eu/index_gr.php

Δεν υπάρχουν σχόλια: