Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

[Η Θάλασσα Σε Απόσταση Αναπνοής]


 
 
Μεγάλωσα μέσα στη θάλασσα και η φτώχεια μου είχε ένα μεγάλο πλούτο, αλλά έπειτα έχασα τη θάλασσα και όλες οι πολυτέλειες μου φάνηκαν γκριζωπές και η αθλιότητα ανυπόφορη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα καράβια της επιστροφής, το σπίτι των υδάτων, τη διάφανη μέρα. Κάνω υπομονή και καλλιεργώ την ψυχή μου με όλες μου τις δυνάμεις. Με βλέπουν να περνώ από όμορφους και σοφούς δρόμους, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι μου, δεν είμαι εγώ που μιλάω. Με εγκωμιάζουν, ονειρεύομαι λίγο˙ με προσβάλλουν, δεν εκπλήσσομαι σχεδόν καθόλου. …
 
Στους ενταφιασμούς ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου. Στ’ αλήθεια αριστεύω. Βαδίζω με αργό βήμα στα προάστια που ανθίζουν από σιδερικά, διασχίζω μεγάλες αλέες που είναι φυτεμένες με τσιμεντένια δέντρα και σε οδηγούν σε τρύπες της παγωμένης γης. Εκεί, κάτω από τον επίδεσμο του ουρανού που μόλις βάφεται κόκκινος, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος. Αν πετάξω το λουλούδι που μου δίνει ένα απλωμένο χέρι από άργιλο, θα πέσει σίγουρα μέσα σ’ έναν τάφο. …
 
 
 
Στη Νέα Υόρκη μερικές ημέρες, χαμένος στο βάθος αυτών των πέτρινων ή ατσαλένιων πηγαδιών όπου στο εσωτερικό τους περιπλανώνται εκατομμύρια άνθρωποι, έτρεχα από το ένα στο άλλο χωρίς να διακρίνω τον πάτο τους, εξαντλημένος, μέχρις ότου στηρίχθηκα πάνω στην ανθρώπινη μάζα που έψαχνε μια διέξοδο. Τότε πνιγόμουν και από τον πανικό μου ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω. Αλλά κάθε φορά κάποιο μακρινό κάλεσμα από ένα ρυμουλκό μού υπενθύμιζε ότι αυτή η πόλη, στέρνα ξερή, ήταν ένα νησί και ότι στην άκρη του το νερό της βάφτισής μου με περίμενε, μαύρο και βρώμικο νερό γεμάτο από κούφιους φελλούς. Έτσι εγώ που δεν έχω τίποτα δικό μου, που χάρισα την περιουσία μου, που κατασκηνώνω κοντά σε όλα μου τα σπίτια, νιώθω πλήρης όταν το θέλω, αποπλέω οποιαδήποτε ώρα και η απελπισία με αγνοεί. Δεν υπάρχει πατρίδα για τον απελπισμένο. Ξέρω ότι η θάλασσα προπορεύεται ή με ακολουθεί. Έχω μια τρέλα έτοιμη για όλα.
 
 
 
[Albert Camus, Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής,
μετάφραση Χρήστος Σαλταπήδας, εκδ. Απόστροφος]
 http://www.bibliotheque.gr/article/51539

Δεν υπάρχουν σχόλια: