Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΤΑ ΑΝΕΞΗΤΙΛΑ (1987)


Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας
Να κουρταλούν την πόρτα άνεμοι
Να σκιάζεται ο γρύλος ο εσπερινός
Να σκούζει το νυχτοπούλι θάνατο
Άκουγες μερόνυχτα
Οι τοίχοι ρωγμές στις ξερολιθιές ένα κλειδί
Να περιμένει άφαντο
Μιαν αγωνία μάνα μου άκουγες εφτά χρόνων
Είχαμε ένα δίπατο ηλιακός οντάδες κιλίμια η γιαγιά αρχόντισσα
οι ξαδέρφες μου τώρα Νέα ’Ιωνία Καλογρέζα ποιος ξέρει... τον
παππού σου οι τσέτες Κυριακή Πάσχα φωνάξαμε τη γιαγιά...
να πεθάνει... περάσαμε...
Μάνα μου ’Ανατολικά ή χαρουπιά
Την αγαπούσα έλεγες κι άκουγες τον κουρνιαχτό
Κατά το λιμάνι ένα βαπόρι ένα βαπόρι ένα βαπόρι
Σφάλισες την πόρτα αντικρύ του αγέρα οι τοίχοι συντρίμμια
Ένα βαπόρι...
Ή γιαγιά σου έβαλε στον μποξά κιλίμια ανεβήκαμε. Τον Παντελή
μας τον άρπαξαν κλαίανε πολύ γιέ μου ο κόσμος τί να σου πω
εφτά χρονώ η κούκλα μου μάδησε δύο ξύλινα ποδαράκια μια
μπούκλα έκλαια πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της ’Αττάλειας που χανόταν
Η χαρουπιά με την κούνια σου ορφανή στην αγκαλιά της
νένας μου
Πέρα δώθε τρία μερόνυχτα το βαπόρι
Μάνα μου έβλεπες η πόρτα μας κατάκλειστη
’Έχασκε ανατολικά της Αττάλειας
Ξημερώματα Φαμαγκούστα οι πρόσφυγες καραντίνα έκλαια πολύ
γιέ μου τί να σου πω...
Λευκωσία 1974
Γιέ μου γιέ μου μιλιούνια τα αλεξίπτωτα
Πώς πέφτανε ο πατέρας σου άρρωστος η γιαγιά
Άρπαξα το ρολόι φύγαμε ξέχασα να κλείσω τις βρύσες
Ανατολικά η πορτοκαλιά την αγαπούσα έλεγες
Τί να σου πω κλαίαμε πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας Βόρεια της Λευκωσίας μιαν
αγωνία που ζήσαμε

Δεν υπάρχουν σχόλια: