Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος...

Μ Υ Σ Τ Ι Κ Η  Ι Δ Ι Ο Κ Τ Η Σ Ι Α

Ιδιοκτήτες της νύχτας –
άστεγα άστρα,
δυο δίφραγκα στην τσέπη μας,
το σφύριγμα του τραίνου
κάτω απ το πουκάμισό μας
κατάσαρκα.
Μοναχική ευτυχία,
κι ένα ποτήρι νερό
λάμποντας
μέσα στο κλειδωμένο σπίτι.

                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85


Δ Ε Ι Λ Ι

Λιπόσαρκο δείλι. Ωστόσο
καλά χρωματισμένο.
Ωχρές και ρόδινες ανταύγειες
στις προσόψεις των σπιτιών.
Όταν θα φύγεις
μη μου πάρεις στη βαλίτσα σου
αυτά τα χρώματα τουλάχιστον.
Αλλιώς
πώς θα περιμένω;

                                          Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85


Μ Ι Α  Π Ο Ρ Τ Α

Τo ξυλουργείο,
τo σιδηρουργείο,
το παντοπωλείο,
οι γαλότσες του γεωργού
στο χαγιάτι,
χαμηλή συννεφιά,
σαπουνόνερα,
κι η απροσδόκητη
γαλάζια πόρτα πεσμένη
στα χαλάσματα
με το κλειδί της
στη θέση του.

                          Αθήνα, 3.ΙΙΙ.85


Ο  Α Υ Λ Η Τ Η Σ

Ξυλοκόποι –
σκοτωμένα δέντρα.
Κυνηγοί –
σκοτωμένα πουλιά.
Ο αυλητής φυσάει στο καλάμι
όλη του την ανάσα.
Και, να, το δάσος,
να, τα πουλιά.
Ένα πουλί καστανόχρυσο
κάθισε στο τραπέζι μου,
με κοιτάει,
δεν ξέρω τι να του πω.

                          Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85


Σ Τ Ο  Υ Π Ε Ρ Ω Ο Ν

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

                          Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85


Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Η
                                            στον Rene CHAR

Rene Char,
βέβαια, οι δυο μας κάπου θα ’χουμε συναντηθεί,
ίσως ανάμεσα στα φυλλώματα του ύπνου,
ίσως στη σιωπηλή παρέλαση των λέξεων
σε μακρινά δειλινά υπερευαίσθητα, όταν επάνω
σε μια καμπάνα, καταγής αντεστραμμένη,
γεμάτη βρόχινο νερό,
εκάθισαν τα 9 σταχτιά πουλιά πίνοντας στάλα στάλα
κι υψώνοντας σε κάθε τους γουλιά το ωραίο κεφάλι
λέγοντας ένα ευχαριστώ στον Μέγα Αόρατον.
Α, ναι, Rene,
σ’ αυτό το ανείπωτο  ε υ χ α ρ ι σ τ ώ  συναντηθήκαμε.

                                                                          Αθήνα, 6.ΙΙΙ.85


Μ Ο Ρ Φ Η  Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α Σ

Μεγάλο, υπόγειο, νυχτερινό γκαράζ.
Μπήκε κρυφά στο μισοσκόταδο ξυπόλητος,
πλάγιασε σ’ ένα φορτηγό κι αποκοιμήθηκε. Το πρωί
βγήκε, κρυφά και πάλι, μαύρος
απ’ τις μουντζούρες και τα λάδια. Στάθηκε
μπροστά σε μια βιτρίνα γυναικείων εσωρούχων. Είδε
το πρόσωπο του μαύρο, ξένο κι άγνωστο. Τώρα
μπορούσε, ελεύθερος πια, να μπει στην Πόλη.

                                                                          Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85


Δ Ι Α Ι Τ Η Σ Ι Α

Μιλούσε περήφανα, ωστόσο
κάτω απ’ τα λόγια του διακρινόταν
κάποιος τόνος απολογητικός
κι ονειροπόλος ταυτόχρονα. Στο σκάκι
συχνά ξεχνιόταν. Έχανε τα πιόνια του,
τον Πύργο, τ’ Άλογά του, τη βασίλισσα. Κι αυτός
έμενε μόνος να χαμογελάει ακόμη
πάνω απ’ τ’ άσπρα και μαύρα τετράγωνα. Έξω
το γήπεδο του ποδοσφαίρου, οι φίλαθλοι
και των δύο παρατάξεων, κραυγάζοντας
γροθοκοπούσαν τον Διαιτητή. Διαιτητής
ήμουν εγώ. Κι έτσι,
με ματωμένο στόμα, γνώρισα (και το ’πα)
πως είχα απόλυτο δίκιο.

                                                                Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85 


Υ Γ Ρ Α Σ Ι Α

Βροχερό προάστιο σιωπηλό. Νύχτα.
Στη λάσπη τα ίχνη απ’ τα βήματα του τροχονόμου.
Η βροχή κάνει τη σιωπή εντονότερη στα δημόσια ουρητήρια.
Κλειστά τα παρκινγκ. Που θα σταθμεύσουμε απόψε;
Ξενοδοχείο λαϊκό, διανυκτερεύον. Καθώς ανεβαίνουμε τη σκάλα
πατάμε σε κουκιά του καφέ. Ό νεαρός υπάλληλος, εντούτοις,
ακούμπησε στο κομοδίνο ένα παλιό κηροπήγιο
σε σχήμα κηρύκειου. Αυτό
μας έδωσε την άδεια για τον ύπνο και τον ξύπνο, παρ’ ότι
έξω η βροχή είχε πολύ δυναμώσει.

                                                                                                  Αθήνα, 7.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Γ Υ Μ Ν Ω Σ Η

Η σόμπα σκούριασε.
Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
Οι τοίχοι ραγίζουν.
Στο κάδρο
ένα δέντρο ολομόναχο
πράσινο ακόμη.
Πούλησες και το ρολογάκι
του χεριού σου.
Νοθέψανε και τον καφέ.
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
καπνίζει στο σταχτοδοχείο.
Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;

                               Αθήνα, 9.ΙΙΙ.85 


Ε Ν Α  Β Ρ Α Δ Υ

Απ’ τη στοά περνούσαν αδιάκοπα στρατιώτες.
Πολλά τα βήματα· ενδεχόμενα πολλά. Στο μπαλκόνι
δυο άδειες καρέκλες κι ένα φεγγάρι.
Ακούω τα κρυφά σπιθίσματα, τις σιωπηλές φωνές. Κάτω
απ’ το κρεβάτι τα παπούτσια σου. Μες στον καθρέφτη
το σώμα σου γυμνό. Τα υπόλοιπα
έμειναν τόσο μακρινά, τόσο λησμονημένα
πού ένα πουλί ξαγρυπνισμένο μπορούσε να ’ρθει.

                                                                                Αθήνα, 10.ΙΙΙ.85

Ε Ρ Ω Τ Ι Σ Μ Ο Σ

Πολλά νερά, πολλά κορίτσια, πολλά φύλλα. Τα τζιτζίκια
φωνάζουν φλεγόμενα. Λάμπουν τα νερά. Γυμνά τ’ αγόρια –
το ’να τους πόδι στο νερό, τ’ άλλο στην πέτρα,
το χνουδωτό αγεράκι περνάει κάτω απ’ τα σκέλια τους. Οι αγωγιάτες
σταματούν και κοιτάζουν. Αφήνουν τα μουλάρια φορτωμένα ξυλεία
να προχωρούν μονάχα τους. Ξεχνάνε τις γυναίκες, τα παιδιά τους,
ξεχνάνε τα τσεκούρια τους. Θέλουν να φτιάξουν χωρίστρα τα μαλλιά τους.
Ώσπου να βγει το φεγγαράκι έχουν καιρό να μετανιώσουν.

                                                                                                          Αθήνα, 10.ΙΙΙ.85


Η  Ο Μ Ο Ρ Φ Ι Α

Ωραία γυναίκα,
φέρνει τ’ αριστερό της χέρι
πίσω στον αυχένα,
υψώνει τα μαλλιά της στο φεγγάρι.
Τα μαλλιά της μου αγγίξανε τα γόνατα.
Είμαι.

                                          Αθήνα, 11.ΙΙΙ.85


Τ Ο  Φ Α Ν Α Ρ Ι

Νυχτερινά νησιά στη διαφάνεια,
μακρινά φώτα καραβιών.
(Σε ποιο πλευρό τους τάχα να κοιμούνται
τα δελφίνια;)
Ο φαροφύλακας
κατέβηκε τη μέσα σκάλα,
στάθηκε στην πόρτα·
είδα τη φιλική του χειραψία
με τον Ξένο,
είδα που αλλάξαν τα κλειδιά του
 κι έφυγαν αντίθετα.
Εμένα μ’ άφησαν απ’ έξω
να ψάχνω μονάχος τα βράχια
με το σπασμένο πλευρικό φανάρι
ενός παροπλισμένου πλοίου.

                                          Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


M E T Α Π Λ Α Σ Ε Ι Σ

Πολλά είναι δύσκολα,
πιο δύσκολα ακόμα –
οι μπόγοι των προσφύγων στο πεζοδρόμιο,
το κλειστό χαρτοπωλείο,
τα δεκανίκια του περιπτεριούχου,
ένα θαλασσοπούλι, ένα άστρο, ένα κατάρτι.
Πολλά δυστροπούν στη ματιά σου,
πολλά δυσπιστούν στην αφή σου.
Και πρέπει πάλι ν’ αγρυπνήσεις
ως τη συγκινημένη εκείνη απάθεια, ώσπου, τέλος,
τίποτα πια δε θα διαφωνεί μαζί σου. Ανέβα,
έχει μια θέση στο λεωφορείο. Βρέχει.

                                                                  Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


Π Ρ Ο Θ Ε Σ Η  Λ Η Θ Η Σ

Περπατάει στη λεωφόρο
κοιτάει τις βιτρίνες –
πουκάμισα, γραβάτες, παντελόνια,
ένα ζευγάρι καφετιά παπούτσια.
Ανάμεσά τους,
πίσω απ’ τις βιτρίνες,
δεύτερο θέαμα του μέσα χώρου
αφηρημένο –
αόριστες σκηνές στο ημίφως,
αγοραστές, πωλητές, διαπραγματεύσεις.
Δε θέλω να θυμάμαι τους νεκρούς –είπε,–
θα μπω ν’ αγοράσω
εκείνο το ουρανί πουκάμισο
με τα μικρά, στιλπνά, φιλημένα κουμπιά του.

                                                          Αθήνα, 12.ΙΙΙ.85


Α Π’  Τ Α  Μ Ε Τ Ο Π Ι Σ Θ Ε Ν

Ωραίοι καβαλάρηδες
πέρασαν με τα κόκκινα άλογά τους,
ο πιο ωραίος μ’ ένα μαύρο,
ο ακόμη πιο ωραίος μ’ ένα λευκό.
Κορίτσια στα μπαλκόνια
τους πέταξαν λουλούδια.
Ωραίες γυναίκες ξεπλέξαν τα μαλλιά τους.
Μέσα στα σπίτια λάμψαν οι καθρέφτες.
Οι οπλές των άλογων δοξάσαν τον ανήφορο.
Η σκόνη στο βάθος του ηλιογέρματος
έπλασε έναν Άγγελο. Εγώ, απαρατήρητος,
μάδησα ένα φτερό του Αγγέλου
και σας γράφω χαρούμενος τη λύπη μου.

                                                          Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85


Α Ν Α Δ Ρ Ο Μ Η

Σαπουνόνερα, λάσπη, αγριόχορτα,
σημαδεμένοι τοίχοι –
πόσοι εκτελεσμένοι.
Τα κουμπιά απ’ τα σακάκια τους,
απ’ τα πουκάμισά τους,
μαζεμένα
σ’ ένα κουτί σιδερένιο,
κουδουνίζουν τις νύχτες.
Ράβω, ξεράβω στίχους
να τούς κουμπώσω ως το λαιμό
μη μου κρυώσουν,
μη και μου ξεχαστούνε,
μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.

                                          Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Τ Α Μ Ι Ε Υ Σ Η

Παράξενος άνθρωπος· μαζεύει
σκουριασμένα καρφιά,
καμένους γλόμπους,
άδειες κουβαρίστρες.
Ίσως αυτή ή αχρηστία
του δίνει κάποια χρησιμότητα
γιατί
όταν ανοίγει το παράθυρο
το πρώτο σύννεφο είναι φίλος του,
το δεύτερο συνάδελφός του,
το τρίτο αστέρι είναι μολύβι του
να γράφει και να σβήνει
τα μυστικά του κόσμου.

                                          Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Ο Ι  Ε Μ Π Ρ Η Σ Τ Ε Σ  Κ Ι  Ε Σ Υ

Πέρασαν το γεφύρι σκιώδεις
μέσα στο φεγγαρόφωτο.
Τέσσερις ήταν.
Κάτι κρατούσαν στα χέρια τους. Σε λίγο
λαμπάδιασε το δάσος.
Εσύ καμιά σχέση δεν είχες
με τούς εμπρηστές.
Μονάχα πού δεν τούς μαρτύρησες.
Άλλωστε, πώς; Αφού μες στο σκοτάδι
δεν είχαν καν διακρίνει
ούτε το πρόσωπο σου.

                                          Αθήνα, 16.ΙΙΙ.85


Α Π Ο Β Ρ Ο Χ Ο
       
Σταμάτησε ή βροχή.
Και τι να κάνεις πια
μ’ αυτές τις λίγες στάλες
που μείναν στο αδιάβροχο;
Άχρηστη καρτερία:
να βρίσκεις δικαιολογητικά
και ξένα επιχειρήματα
μπροστά στη νύχτα.
Αν χτυπήσεις τα πλήκτρα
με το βρεγμένο χέρι σου
θα βγουν οι λέξεις μουσκεμένες,
κι υστέρα; – τίποτα;

                                          Αθήνα, 16.ΙΙΙ.85


Κ Ρ Ι Σ Η

Καιρός ναυτίας, –έλεγε–
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ’ έναν τεράστιον ουρανό,
απόρθητον από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω –είπε–
ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
σε ποιόν να το χαρίσω,
δεν ξέρω πού να το καρφώσω.
Τ’ άφησε στο τραπέζι.
Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει
τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω
τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών.

                                                          Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85


Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Η  Ν Υ Χ Τ Α

Τα καταστήματα κλεισμένα. Πίσω
απ’ τα διχτυωτά σπιθοβολούν βιτρίνες
κοσμηματοπωλείων. Οι τροχονόμοι κουρασμένοι.
Ένα σκυλί χαμένο. Κι άλλο. Πάνδημη
αναμονή. Πόσο ανήλικα δείχνουν τα πάντα
μες στη μεγάλη νύχτα της πόλης. Τσιγάρα και τσιγάρα
λάμπουν κρυφά στις παρόδους. Ερωτήσεις
λαχανιασμένες πάνω απ’ τα ρολόγια των χεριών. Σβησμένα
συνθήματα στους τοίχους. Αργότερα,
ίσως αναμετρήσουμε, άκρη άκρη στο κρεβάτι,
με διπλή τύψη και μετάνοια, τη σημασία
της άρνησής μας, ή της αποδοχής μας.

                                                                                     Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85


Μ Ε Τ Α Σ Τ Ρ Ο Φ Η

Άντρες δασύτριχοι, ορεσίβιοι, σκυθρωποί,
με την οργή τού ανεξήγητου στα μάτια,
ανάβουν τις νύχτες φωτιές. Δε μιλάνε. Μήτε
να θυμηθούνε μήτε να ξεχάσουν. Τα μήλα
κυλάνε κάτω στο ποτάμι. Κουκουβάγιες
κάτι δικό τους φωνάζουν. Αλεπούδες και λύκοι
σηκώνουν το νωπό τους ρύγχος κι οσμίζονται
τη μακρινή κηδεμονία, ενώ απ’ τη χαράδρα
ανεβαίνει το βέλασμα χαμένου προβάτου.
Εμείς το νιώσαμε έγκαιρα και στρέψαμε
αλλού το βήμα μας, το βλέμμα και τις λέξεις. 

                                                              Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

Στο «θρόνο» του, στο Καρλόβασι της Σάμου


http://zbabis.blogspot.gr/2014/05/25.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: