Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΝΟΜΕΑΣ ΣΕΒΑΛ




Εμείς τα πουλιά που πάντα τα μαγεύεις απ’ τα ύψη ετούτων των καλλιθεών
Και που κάθε νύχτα φτιάχνουμε ένα μόνο ανθισμένο κλαδί απ’ τους ώμους
σου ώσμε τα μπράτσα της ζωντανής σου χειράμαξας  
Που τους σηκώνουμε πιο ζωηρούς κι απ’ τους σπινθήρες του περικαρπίου σου
Εμείς είμαστε οι στεναγμοί του γυάλινου αγάλματος που ανασηκώνεται στον
έναν του αγκώνα οσάκις ο άντρας γέρνει να τον πάρει λιγάκι  
Και απαυγάζοντα ανοίγματα χαίνουν στην κλίνη του
Ανοίγματα απ’ όπου διακρίνεις ελάφια σε ξέφωτα με τα κέρατά τους
κοράλλινα  
Και γυναίκες γυμνές στο μύχιο κάποιων ορυχείων βάθος
Εσύ τότε θυμάσαι ότι σηκώθηκες ευθύς και κατήλθες
Απ’ το τραίνο
Χωρίς ούτε καν βλέμμα να ρίξεις στη λοκομοτίβα βορά στις τεράστιες ρίζες
των βαρομέτρων  
Που θρηνεί μέσα στο παρθένο δάσος για όλους τους σκοτωμένους της
ατμολέβητες  
Με τα φουγάρα της να καπνίζουν υάκινθους και ν’ αλλάζουν πουκάμισα
σάμπως ίδια γαλάζια φίδια  
Εμείς τότε εμείς προλαβαίνουμε τα φυτά όλα εκείνα που σε
μεταμορφώσεις υπόκεινται  
Σινιάλα κάθε νύχτα κάνοντας από τον άνδρα αντιληπτά το κατά δύναμιν
μόνο  
Ενώ το σπίτι του αυτουνού καταρρέει κι εκείνος στέκεται εμβρόντητος
μπροστά στις μοναδικές του συναρμόσεις  
Το κρεβάτι του ψάχνοντας με τον διάδρομο και τη σκάλα
Η σκάλα διακλαδίζεται τείνουσα εις το άπειρον
Σε βάζει σ’ ένα περβάζι που ’ναι πόρτα μυλόπετρας
Και ξαφνικά εντελώς διαπλατύνεται και γίνεται δημόσια πλατεία
Είναι καμωμένη από κύκνων ραχοκοκκαλιές μ’ ένα φτερό για κουπαστή
απλωτό  
Περί τον άξονά της στρέφεται λες και ποθεί να δαγκωθεί
Όμως όχι όχι αρκείται παίρνοντάς μας τώρα καταπόδι ν’ ανοίγει όλα
τα βήματα κι όλα της τα σκαλοπάτια  
Σαν νά ’ν’ συρτάρια
Συρτάρια σάρκινα με πόμολα από τρίχες ανθρώπινης κόμης
Αυτή την ώρα οπού χιλιάδες παπιά της Βωκανσόν ισιάζουν τα φτερά τους
Χωρίς να γυρίσεις έπιασες το μυστρί που ’χεις για να φτιάχνεις στήθη
Εμείς σου χαμογελάσαμε κι εσύ μας είχες πιάσει απ’ τη μέση
Κι εμείς μετά παίρναμε όποια πόζα ήθελες εσύ
Ασάλευτοι κάτω από τα βλέφαρά μας εσαεί και όπως στη γυναίκα αρέσει
να βλέπει τον άντρα  
Ύστερα από τη γενετήσια πράξη



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια: