Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΤΟΝ ΑΕΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ




Στον θλιμμένο άνεμο (λεπτό κοράλλι λεπτότατο)
τα φώτα τσακίζει το βράδυ
και από ’να έρημο τραγούδι αδειάζει όλος ο κόλπος:
σε βάρκες νεκρές
γέρνουν ήρεμα όλοι οι ίσκιοι
όπως σελήνη εσπερινή στις στέγες πάνω
που αργά-αργά φωτίζεται, ενώ μια οσμή
κάμαρας ψυχρής γελά στον διάφανο χειμώνα.

Νύχτα με φεγγάρι στ’ οκνηρό κατρακυλάει τ’ όνειρο
και μες στη μνήμη σοβατίζει άσπρους
δρόμους απόμακρους – στη γαλήνη μέσα ανοίγουν
τα απολωλότα ουράνια.
Στα τζάμια
κρούει ο γιαλός στροφές αρμονικές
και αναβλύζει σε μοιρολόγια παρατημένα στα βάθη –
στης νύχτας τα βάθη της θαλασσινής.

Φαντάζομαι θάνατο να μυρίζει στα χορτάρια
και να μουρμουράει στον ύπνο·
τη χλιαρή άμμο εικάζω της ανατολής σε ώρες
ηρεμίας μεγάλης στη θάλασσα.
Από χιόνι ροδαλό και εκ νεκρών αναστημένο
περνάει ο κόλπος στον καπνό του ηφαιστείου,
στην ανάμνηση του αέρα, και φαίνεται ήχος νά ’ναι
και γυαλένιος φιόγκος η αυγή από μακριά σαν την κοιτάζεις.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια: