Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Andrew McMillan






[πρωὶ]

ἡ νύχτα συννεφιάζει
δέντρα ρίχνουν τὴ σκιά τους στὸ νυχτερινὸ τραῖνο
τὸ Μάντσεστερ μᾶς πλησιάζει ὅλο καὶ μεγαλύτερο

ἡ νύχτα βρέχει
πεδιάδες ἁπλώνονται ἀκίνητες
κάνε σὰν νὰ μὴν περιμένεις τίποτε

ἡ νύχτα λάμπει μόνο γιὰ λίγο
ἄγρια δέντρα ἀγκαλιάζουν τὸ ἄδειο σπίτι
τὰ γενέθλια τῶν νεκρῶν γίνονται ἀνάρμοστα

ἡ νύχτα δὲν συννεφιάζει τελικὰ ἡ νύχτα θάβει τὸν ἑαυτό της





[ἀποκαλύψεις]

ὅλοι οἱ καινούριοι ποὺ ἐρωτευόσουν κάθε φορὰ
ἦταν σὰν νὰ ἐρωτευόσουν ξανὰ τὸν πρῶτο σου
μπορεῖ νὰ εἶχαν πιὸ κοντὰ ἢ βαμμένα μαλλιὰ ἢ παραπάνω κιλὰ
ἀλλὰ ὅπως κάποιοι ταπεινοὶ ἅγιοι ποὺ μετατρέπουν
τὴ λατρεία ἑνὸς ἀνώνυμου θεοῦ σὲ κάτι πιστευτό, ἔτσι κι αὐτοὶ ἄνοιγαν
ἕνα παράθυρο κι ἔβλεπες τὸν πρῶτο σου ἐραστὴ κι ὅταν τοὺς φώναζες
ἐκεῖνον φώναζες καὶ τοῦ ζητοῦσες νὰ προκαλέσει αὐτὸ ποὺ οἱ πιστοὶ
ἀποκαλοῦν ἔλευση τῆς χάριτος καὶ ἂν ποτὲ ἐρχόταν
ἡ συμφιλίωση
θὰ χάνονταν τὰ ἄλλα πρόσωπα θὰ ἐμφανιζόταν τὸ δικό του
τὸ πρόσωπο τοῦ ἔρωτα ποὺ σὲ ἔκανε νὰ κλάψεις
τοῦ Ἁγίου Γκάβιν τοῦ Ἁγίου Τζὲντ τοῦ Ἁγίου Ἀγνώστου
στὴ γκαρσονιέρα στὸ Μάντσεστερ ἦταν ἁπτὴ ἡ παρουσία του
ἦταν τὰ βιβλία μὲ τὰ ὁποῖα γέμιζες τὰ κενὰ
τῆς ἀπουσίας του τὰ βιβλία ποὺ ἦταν γεμάτα ἀπὸ ἱστορίες
ποὺ ἦταν ἡ δική σου ἱστορία
που εἶναι πάντα ἡ ἱστορία τοῦ ἄντρα ποὺ ἔφυγε
καὶ ἐκείνου ποὺ ὀφείλει νὰ περιμένει τὴν ἐπιστροφή του





[τελικὰ]

θὰ ἔρθει μιὰ μέρα ποὺ
θὰ σὲ ξυπνήσει τὸ ξυλόφωνο
ποὺ παίζουν οἱ μισόκλειστες γρίλλιες
καὶ θὰ καταλάβεις

πὼς ἡ παραλία δὲν ἦταν ὁ τόπος
ὅπου τ᾽ ἄλογα σκίζανε κομμάτια
τὴν ἄμμο

πὼς τὸ ἄρωμά του ἔχει σβήσει
κι ἀπὸ τὸ τελευταῖο σεντόνι
πὼς δὲν θὰ ξανάρθει

πὼς δὲν ἔχει βρέξει
κι ἂς προσποιοῦνται τὰ πουλιὰ πὼς ἔβρεξε
γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κελαηδήσουν














[πνιγμὸς]

ἔτσι δὲν πρέπει νὰ κάνεις ὅταν εἶσαι πραγματικὰ καλός;
νὰ ἐξωθεῖς τὸ σῶμα σου ὣς τὸ σημεῖο ὅπου
σχεδὸν διαλύεται καὶ νὰ ἐπιστρέφεις
μὲ ἀποκαταστημένη τὴν πίστη σου
στὸ θαῦμα ποὺ ἀποτελεῖ
ὁ εὔθραυστος ἑαυτός σου
τὴ νύχτα ποὺ σχεδὸν σὲ χώρισα
μὲ ἔφεραν πίσω οἱ λυγμοί σου
μιλήσαμε ὥσπου νὰ τὰ ξαναβροῦμε
καὶ τὴν ἄλλη μέρα μὲ τὸ χέρι σου σφιγμένο ἀκόμη
γύρω ἀπ᾽ τὸ λαιμό μου κατάλαβα πὼς ἀγωνιζόμουν
νὰ καταπιῶ κάθε γουλιὰ
ἦταν ἕνας ἄθλος μοῦ ἀποκαλύφθηκε
ἡ μηχανικὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ὀργανισμοῦ μου
εἶχα ἐπίγνωση ἐσωτερικῶν λειτουργιῶν ποὺ συνήθως
δὲν ἀντιλαμβάνεται κανεὶς
ἀφοῦ τὸ χέρι σου ἔσφιξε τὸ λαιμό μου
ἔμαθα τὴν ἡδονὴ νὰ ἔχει κανεὶς
δυνατότητες ποὺ ποτὲ
δὲν ἀξιοποιοῦνται ἐντελῶς σχεδὸν σὰν νὰ ἔχει διαλυθεῖ κανεὶς
σχεδὸν σὰν νὰ πεθαίνει κανεὶς ἀλλὰ νὰ ἀποφασίζει
τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ προσπαθήσει πιὸ σκληρὰ

http://www.bibliotheque.gr/article/63181

Δεν υπάρχουν σχόλια: