Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΓΡΥΠΝÍΑ ΜΕ ΦΟΛΙΔΕΣ





Ένα ψάρι διασχίζει κάθε βράδυ τον ύπνο μου
Και ανοίγει μια σήραγγα λιβανωτού στα μαξιλάρια,
Πάνω στο γυαλί που είναι δέρμα, που κόβει τον αέρα·
Ανοιγοκλείνει μετά τα βλέφαρά του και ακούει: τα νερά
με κυκλώνουν
Από τον έναν ίσαμε τον άλλο τοίχο νιώθω που τρέμουν
τα κρυστάλλινα φύλλα τους.


Είναι όλα εδώ; Απάντα μου! Κύμα της κοιλιάς
Σκοτεινό, σημάδια που σκιτσάρει κάποιοι κάπου πέρα εκεί
στο βάθος
Σα σφήνες του ίδιου πάντοτε καθρέφτη
Αν βγαίνουμε απ’ το ψάρι, από τα κόκαλο που ζεματάει
Που λυγίζει για ν’ ανοίξει μες στ’ αγκάθια του, αν δεν
υπάρχει πουθενά έλεος
Αν τα δίχτυα περνούν απ’ τη λιμνούλα μέρα με τη μέρα,
Πού είναι τότε τα μάτια που μας κοιτάζουν;… πού η ρίζα
Τούτου του θρήνου;… η θράκα της αγρυπνίας στα βράγχια
Που φουσκώνουν, μακραίνουν, γυρεύουνε νά ’βρουν
κάποιο μέταλλο ψυχρό επί τέλους;

Από τούτη τη χώρα που θρηνώντας αναρριχάται στους
ξερούς
Τοίχους της μέρας και οι εβδομάδες έρχονται να
παραλάβουν από μένα τις φολίδες,
Ανασηκώνομαι μέσ’ απ’ τις πληγές, γυρεύω φίλους
Που δεν υπάρχουν, που έχουνε γίνει σκόνη αλεσμένη
απ’ τη βροχή,
Ζυγίζω κάθε κομμάτι χωριστά, ζυγίζω κάθε μερίδα
της ψυχής που θυμάμαι.

Είσ’ εκεί; Ρωτάω. Είσ’ εκεί; Αόρατες
Χτυπούν οι βελόνες στον αργαλειό τον διψασμένο
Της εικόνας, σπάζουν και τα γυαλιά, σκληραίνουν
Πάνω στην ουλή του ρεύματος. Βλέπω δάκρυα να
στέφουν
Την τελική όψη, το ψάρι που επιστρέφει κάθε βράδυ
ματωμένο
Που ανασαίνει στο μαξιλάρι μου, που καίει μέσα
στο οξυγόνο μου
Κι έπειτα ξυπνάει…
Ύστερ’ από το γυαλί είμαι μόνος,
Ίσως σε κάποιο άλλο όνειρο μέσα, και συνέχεια
μόνος μου φωνάζω.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: