Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ο τελευταίος επισκέπτης






Σκάλισα πάνω στα μάρμαρα τ' όνομά σου
Να το δει ο Θεός να σε προσέχει
Σαν χτες μου φαίνεται
Που έλυσες τη βάρκα σου για αλλού
Τα νύχια μου σκληρά θα αντέξουν
Στην πόλη που ζω
Περισσεύουν τα καμπαναριά
Μεγάλοι πελαργοί στήνουν φωλιές
Γεννάνε ολοστρόγγυλα αυγά
Αυγαταίνουν
Καμαρώνουν τα σύννεφα
Ποτέ δεν πεθαίνουν
Ποτέ δεν αφήνουν ανερμήνευτους τους χρησμούς
Ιστορίες σκαρφίζονται για τα μικρά παιδιά
Χαμογελούν σαν να 'ναι να κουρσέψουν το άσπρο κέντημα του φωτός
Τη φωλιά τους κυκλώνουν με σύρματα οι μοιραίοι μην έρθουν μάγιστροι

Στόλισα τον κήπο μου με ναρκίσσους και φτελιές
Εκεί να πηγαίνεις κάθε δείλι να βαδίζεις
Την κουβέρτα σου κρατώ ζεστή
Την πένα σου τη βυθίζω στο μελάνι
Θεϊκές να σε βρίσκουν εικόνες:
Μια κόρη αναγεννησιακή
Μια πράσινη έκταση ανθισμένη
Μια αγκαλιά παράνομων εραστών
Τραγούδια να μου γράφεις
Στιλέτα να καρφώνεις στη λήθη
Το βήμα σου να συντονίζεις με τον άνεμο
Με τόση ακρίβεια που σάν πρωτάγγελος να μοιάζεις
Εγώ θα σε θωρώ και χαμόγελα θα σου φέρνω
Λεπτές να γίνονται οι αντιθέσεις σαν τις βέργες που ξεφλούδιζες παιδί

Φώτισα το σπίτι μου με δαδιά και πυρσούς
Τράβηξα τις κουρτίνες κοντά μου να έρχεσαι με τα βραδινά τρένα
Στο κάδρο το χαμόγελό σου
Στη ντουλάπα ανέγγιχτα τα ρούχα σου
Στρώνω τα συρτάρια με λεβάντες
Διπλώνω τις κρεμάστρες με ριζόχαρτα
Αφίλητο κυλάει το αίμα μου
Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς
Πάρε το τσάι σου να ζεσταθείς
Πάρε το χέρι μου να μην βουλιάξεις
Εγώ θα πάω μια βόλτα ως το κοντινό αλσύλλιο
Τις πάπιες και τους κύκνους να ταΐσω
Χτες ο κηπουρός βρήκε νεκρό το παγόνι
Τα σκάγια είχαν την υπογραφή σου
Ο θάνατος πάντα πληρώνεται με θάνατο
Αρχέγονος νόμος
Α! δεν σου είπα ανασκάλεψε τη φωτιά και σβήσε το φως στο κατώι
Άχραντος να μοιάζεις μες στη νύχτα κι αιθέριος σαν γλάρος που πετά!


Δεν υπάρχουν σχόλια: