Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Η ΜΙΚΡΗ ΟΧΙΑ








Γλιστράει πάνω από τα βρύα των βοτσάλων, καθώς η μέρα ανοιγοκλείνει τα μάτια της μέσ’ από τις γρίλιες. Μια σταγόνα νερό θαν την εσκέπαζε, δύο κλαράκια όλα κι όλα θα έφταναν και θα περίσσευαν για να τη ντύσουνε. Ψυχή που πονάει νά ’βρει ένα σβωλαράκι χώμα κι ένα ξύλινο κουτάκι, αυτό είναι –τίποτ’ άλλο– και συνάμα το δόντι το κατάρατο που είναι έτοιμο να πέσει. Απέναντι γι’ αντίπαλό της έχει την πρώτη-πρώτη αυγή που, αφού δοκίμασε το πάπλωμα και χαμογέλασε στο χέρι εκείνου που κοιμότανε, αφήνει τώρα τη φουρκέτα της και ανεβαίνει στο ταβάνι της κάμαρας. Ο ήλιος, ο επόμενος που καταφθάνει, με ντελικάτα τη στολίζει χείλη.
  Η μικρή οχιά θα παραμείνει παγωμένη μέχρι τον πολύπτυχό της θάνατο, επειδή, αν δεν ανήκει σε κάποιαν ενορία, στα μάτια όλου του κόσμου είναι δολοφόνισσα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
https://alonakitispoiisis.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: