Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Ὁ τρίτος

Τότε ἦρθε κι ὁ ἄλλος, κρατοῦσε μιὰ παλιά, φθαρμένη βαλίτσα, ὅπου ἔκρυβε τὰ φαντάσματα τῆς ζωῆς του, γιὰ νὰ μὴν κάνουν τὸν κόπο νὰ τὸν κυνηγοῦν,
ἤμασταν στὸ ἴδιο πνιγηρὸ δωμάτιο, καὶ τὸ μεγάλο ζῶο ποὺ ἦταν ζωγραφισμένο στὸ χαλί, μᾶς ἔτρωγε κιόλας τὰ γόνατα,
«μητέρα, ρώτησα κάποτε, ποῦ μποροῦμε νὰ βροῦμε λίγο νερὸ γιὰ τ’ ἄλογό μου;», «μὰ δὲ βλέπω κανένα ἄλογο», «κι ἐσύ, μητέρα!»,
μιὰ σειρὰ κεριὰ ἦταν κι ἀπ’ τὶς δυὸ μεριὲς τοῦ διαδρόμου, καὶ στὸ βάθος τὸ σκοτεινὸ μαγαζὶ ποὺ πουλοῦσε παλιὰ μουσικὰ ὄργανα, κρεμασμένα ἀπ’ τὸ ταβάνι, σὰν τοὺς φτωχούς, καὶ στὴ μέση ὁ παλαιοπώλης, γέρος καὶ βρώμικος, κούρντιζε πάνω στὰ γόνατά του τὸ πεθαμένο χέρι, «μᾶς γέλασαν, φώναξα, μᾶς ἔδωσαν ἄλλο σπίτι», μὰ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς γύρω, μονάχα μιὰ φουρκέτα κάτω στὶς πλάκες, σὰν ἕνα μικρὸ ἔντομο, ποὺ μόλις ἔκανα νὰ τὴν ἀγγίξω, πέταξε καὶ χάθηκε ἀπ’ τὸ παράθυρο.
Κι ὅλη τὴ νύχτα ἀκούγαμε τοὺς σιδεράδες ποὺ ἑτοιμάζαν τὰ καρφιά, σὰν νὰ ὑπῆρχε κάποιος Ἰησοῦς, ἀνάμεσα στοὺς τρεῖς μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: