Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Γιά τὸν ἐξαναγκασμὸ καὶ τὸ σῶμα

Τὸ σῶμα ὀρφανὸ ἀπὸ νοῦ,
Ἄκαμπτο πάνω στὸ τραπέζι,
Γιὰ λίγες ὧρες ἀκόμη φυλάσσει
Σεβάσμια σκεπασμένο μὲ σεντόνι
Τὴν εὐπρέπεια τοῦ ἀπόρρητου βίου του.
Ὥσπου καὶ ἡ τελευταία αὐτὴ σεμνότητα ἀποσπᾶται
Καὶ σταθερὸ ἀνασύρει τὸ νυστέρι
Τοῦ κάθε πόνου τὸ ἀπολίθωμα στὸ φῶς.
Μὰ ἡ ψυχή, ποὺ γύρω ἐκεῖ πετάει,
Κλαίει τὸν ἄλλον ἐξευτελισμό, ὅταν σύρθηκε
Νὰ πρωτοκατοικήσει μὲς στὸ σῶμα
Καὶ γύρω κλάματα χαρᾶς καὶ θεία πρόσωπα,
Ποὺ ἔπρεπε ν’ ἀγαπηθοῦν προτοῦ πεθάνουν.
Τὸν ἐξευτελισμὸ ν’ ἀνοίγεις τὸ παράθυρο
Σ’ ἕνα ἀκατοίκητο πιὰ σπίτι.
Κι ὕστερα, ὅταν σύρθηκε ἀπὸ τὸ σακάκι
Μπρὸς στὸν ἀνακριτὴ καὶ τὸ δακτυλογράφο.
Κι ὅταν, μὲ τὸ καπέλο χαμηλὰ στὰ μάτια,
Σύρθηκε στὶς οὐρὲς γιὰ τὸ ἐπίδομα.
Ἄχ, ἀδύναμο, ἀδύναμο σῶμα,
Ἐπάνω στὸ βουνὸ φυτρωμένο,
Χτύπα τον μὲ τὶς ματωμένες σου γροθιές, σπρῶξ’ τον
πέρα
Αὐτὸν τὸν ἄθλιο οὐρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: