Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

ΠΕΙΝΑ


Σπάραξα τους ανέμους.
Καταβρόχθισα το κάρβουνο. Το σίδηρο. Τον βράχο
Αν ζω, είναι της γης το θαύμα
και της πέτρας.

Δεν είναι έπαθλο ο κισσός.
Όχι τώρα. Όχι πια.
Μονάκριβη μου βουλιμία, όπου και να τον βρεις,
θα είναι ο θάνατος.

Θα ναι το ρύγχος των κατακλυσμών που θα σε τρέφει.
Και τα συντρίμμια των ναών.

Είσαι τα σύννεφα της ερήμου.
Η ομίχλη, ό,τι απέμεινε από ΄σένα.

Κρυμμένος,
Έφτυνε τα απομεινάρια των πουλιών.
Ο λύκος.
Σπαταλήθηκα σαν τον φονιά λοιπόν;

Τα κυκλάμινα,
Ξεδιψούν τις αράχνες.
Όλα τα άλλα, θερισμός.

Κύλησα
Θυσία στους βωμούς του Σολόμωντος.
Πότισα τη σκουριά.
Άνθισα κέδρους.


Ω ευτυχία!!!
Ξετύλιξα τους ουρανούς και
αγγίζοντας το μέσα- μέσα γαλανό
άστραψα κι έγινα το λάμπος, που ξαφνιασμένο χαμογέλασε σε ο,τι θωρούσε:



Βρέθηκε πάλι!
Ποια…;
Η αι ω ν ιό τη τα!
Είν' από φως χειμάρροι
κι από θάλασσα!




Άσε τις ‘μέρες να σβήνουνε
Ήταν φωτιές.
Στάχτη στη νύχτα ν' αφήνουνε
Και μοναξιά.
Πέτα και πίσω ας μείνουνε
Των κριτών οι φωνές.
Εσένανε αυτά δεν ταιριάζουνε
Τραγουδάς σιωπηλά.
Εσέ, δεν ταιριάζουν φωνές.
Πέτα και πάλι ψυχή μου
Θυμήσου αιώνια ό,τι είσαι.
Και Πέτα όπου θες.




Κατάντησα μελόδραμα μπαρόκ σκηνοθεσίας: είδα,
πως όλα τα όντα, λίγο πολύ, έχουνε πεπρωμένο να ζητούν την ευτυχία. Η δράση, δεν είναι ή ίδια η ζωή. Είναι ένα ξέδομα. Ένας τρόπος να σπαταλήσεις λίγο, κάποια ορμή σου.
Ηθική, είναι η αποχαύνωση της σκέψης.

Την ανυπαρξία, την μετρά κανείς, με ημέρες που δεν έζησε.
Ο κύριος αυτός, μάλλον δεν γνωρίζει τι κάνει. Άγγελος θα ‘ναι. Αυτή η οικογένεια, κρατά από σκυλόσογο. Και εμπρός από χιλιάδες κόσμο, φωνάζοντας τους μίλησα για άλλες ζωές τους . -
Έτσι, αγάπησα ένα γουρούνι. (Τρέχα γύρευε.)
Ό,τι είχα μάθει από την παραφροσύνη , το κρατούσα καλά. Δεν είχα ξεχάσει τίποτε. Κατέχω τις τεχνικές της. Ακόμα.
Η υγεία μου, τέθηκε σε κίνδυνο. Ο τρόμος ερχόταν. Έπεφτα και κοιμόμουνα για μέρες. Ξυπνούσα και ακόμη στέναζα σαν να συνέχιζαν τα όνειρα που με μελαγχολούσαν. Έτοιμος για το πέρασμα στην άλλη όχθη. Μέσα από χίλιους κίνδύνους, εξαντλημένος, έφτανα στις εσχατιές του κόσμου.
Εκεί που πρωτοκύλησε το σπέρμα της σκιάς και του τυφώνα.
Χρειάστηκε να ταξιδέψω και να πετάξω από τη σκέψη μου τα μάγια που της είχανε κάνει.
Αγάπησα το πέλαγος
και εξαγνίστηκα στην τρικυμία.
Ένας σταυρός, από μπλε και από θάλασσα, παρηγορούσε που ταξίδευα. Μιαν αστραπή, μ' όλα τα χρώματα που χει ο κόσμος, με πέταξε στην κόλαση. Μου ήταν αναπόφευκτη η ευτυχία. Και η τύψη, ψείρες αχώριστες από το σώμα. Η ζωή μου, θα ήταν πολύ μεγάλη για να την αφιέρωνα στη δύναμη και την ομορφιά.


Η ευτυχία! Το δάγκωμα της,
Γλυκό...
Έως θανάτου!


Οι εποχές και οι προμαχώνες
Ν' ακούσουν:
Καμιά ψυχή με δίχως λάθη. Και
Θείο γέννημα πως είναι η ευτυχία. Το γνωρίζω.
Με άλλο της όνομα, το Πεπρωμένο.
Γνωστή πια,
Πάντοτε τη χαιρετώ
Στα πρώτα τραγουδίσματα του πετεινού στη Γαλατία.

Στέρεψε η θέληση.
Βάσταξε στα χέρια της, τη ζωή μου.
Κι η ζωή,
τη γονάτισε.
Έμεινα η ρέμβη μου.
Που ‘βλεπα, τη σάρκα μου και την ψυχή
Γήτεμα ευτυχίας.
Οι φρουροί και τα χρόνια,
Να ακούσουν:
Ότι ο θάνατος,
Άλλο δεν είναι από την ευτυχία που δεν γύρεψες.

Ναι, ξέρω. Αυτά, πέρασαν.
Οι καιροί, και οι φύλακες,
Μάθετε από εμένα πως
έτσι
χαιρετούν την ομορφιά.

Μτφ: X.Σ. Kρεμνιώτης



Δεν υπάρχουν σχόλια: