Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Και τώρα, εγώ! Διήγηση μιας τρέλας μου.
Από καιρό καυχιόμουν πως, δεν ήτανε μήτ' ένας πίνακας που να μην γνώριζα.
Kαι εύρισκα για γέλια κάθε διασημότητα, είτε του χώρου της ζωγραφικής είτε της σύγχρονης μου ποίησης.
Αγαπούσα τις πιο ανόητες ζωγραφιές. Τα διάκοσμα, τις ζωγραφισμένες οροφές , τις επιγραφές,
την ντεμοντέ λογοτεχνία, τα καθαρευουσιάνικα της εκκλησίας. Τα παλιά ρομάντζα. Τα μελό love story τ' ανορθόγραφα. Τραγουδάκια παιδικά, σκοπούς βλακώδεις, όπερες μπαρόκ και τα τοιαύτα.
Ονειρευόμουνα σταυροφορίες, ταξίδια μαγγελάνικα και απολίτιστες ακόμα πολιτείες. Θρησκευτικούς πολέμους που ‘σβησαν με δίχως νικητές, επαναστάσεις ριζοσπαστικές, μεταναστεύσεις...
Πίστεψα σε κάθε τι που θα μπορούσε το ακατόρθωτο!


Ανακάλυψα τα χρώματα των φωνηέντων!

Το άλφα είναι ολόμαυρο, το έψιλον, λευκό, το ιώτα, είναι κόκκινο τ' 0μικρον γαλανό.
Στο ύψιλον, αναπολώ…το πράσινο.

Πρόδωσα σύμφωνα
Όπου κι αν ήτανε, σε κάθε τόπο κι όποια εποχή
Ξεσκεπαστήκανε!

Και τον παλμό του ενστίκτου μου αρθρώνοντας
Μια νέα ποίηση ανακάλυπτα
Με λόγο προσιτό σε κάθε αίσθηση.

Μετέφρασα τον κόσμο!

(Τα δικαιώματα της μεταφράσεως, δικά μου.).


Ήτανε στην αρχή κάτι σαν άσκηση…
Έφτιαχνα αγάλματα από ίλιγγο και ζάλη.

Κατέγραφα σιωπές.
Κατέγραφα νύχτα.
Κι έβλεπα να μου περισσεύει, πάντα,
κάτι που ξέμενε ανέκφραστο.

Πέρα απ τα γνώριμα πουλιά
και τις κοιλάδες
τι να με ξεδιψούσε ανάμεσα στους θάμνους,
Τότε, που χόρευαν μες στους σκοπούς του ανέμου οι ιτιές;
Που η μέρα έφευγε να ξαποστάσει
και καληνύχτιζε όποιον τη δόξασε.

Μακριά από τη γέννηση μου, στη σιωπή των κλαδιών
στους σκεπασμένους ουρανούς.

Ήπια χρυσάφι μήπως και ιδρώνω.
Τα ποτάμια τότε γεννιόνταν.



Εγώ, ο ύποπτος κι ο ποθητός
Σαν το πορνείο.

Κάτι, τρόμαζε τον ουρανό.
Εκείνος τρέχοντας,
ξεχνούσε πίσω του την καταιγίδα.

Τα νερά
κυλώντας απ τα δάση,
Σβήναν στις αμμουδιές.
Πέρα,
Η θάλασσα. Το μυστικό των δένδρων.

Έστειλε τους ανέμους. Ο Θεός.
Στείλαν χαλάζι. Οι άνεμοι.
Χτυπήματα του πάγου στα λασπόνερα.
Αποκάλυψη.

Το χρυσάφι, γλίστραγε απ τα χείλη μου.
Δάκρυ.


Κάθε γιορτή, ανάμνηση.
Έγινε ύπνος ο έρωτας.
Και τώρα φεύγει.
Τέσσερις τα χαράματα και καλοκαίρι.

Κάποιοι θα πόθησαν να ταξιδέψουνε.
Και μες στα ξημερώματα, οι ναυπηγοί,
Ανθίζουν πλοία.

Εκείνοι που έμειναν,
Βαλθήκανε και χτίζουν τύμβους.
Στους θόλους τους,
Θα ζωγραφίζουνε αέναα
ψεύτικους ουρανούς.





Ίσως ο έρωτας,
Άλλα βασίλεια,
ξεντύνοντας τα πέλαγα, να αναδύσει.
Και λεύτερα, οι ελεύθεροι να γίνουν δούλοι.

Οι σκλάβοι,
πρέπει να μεθύσουν για να δουν τη θάλασσα.






Η ποιητική παλιατζούρα, είχε την σημασία της στην αλχημεία μου.
Είχα συνηθίσει την απλή παραίσθηση:
Έβλεπα εμπρός μου ολοφάνερα, φουγάρα στα εργοτάξια, έβλεπα αγγέλους σε ορδές, με σάλπιγγες. Έβλεπα
αμαξηλάτες να ανεβαίνουν σύννεφα και πίσω τους να μένει χώμα ουρανού, έβλεπα αρχονταρίκια μες στα βάθη των λιμνών. Έβλεπα σημεία και τέρατα. Και τίτλους κάποιων κομεντί που προκαλούσαν τρόμο. Κατόπιν, προκαλούσα εγώ τις παραισθήσεις, με τις λέξεις μου, για να εφεύρω σοφιστείες και να τις αναλύω...


Είπα:
Ιερό, το αλλοπρόσαλλο του πνεύματος.
Και η ζωή μου, ήταν ο φθόνος της ευτυχίας του κτήνους.
Τα άλλα, κάμπιες( γιατί είναι σύμβολο της αθωότητας
Εκείνων που έφυγαν αβάπτιστοι.)
Τα υπόλοιπα, γνωστά... Οι τυφλοπόντικες, ενύπνια των παρθένων.

Πείσμωσα, αποχαιρέτησα. Σαν τραγουδώντας...:



Μτφ: X.Σ. Kρεμνιώτης





Δεν υπάρχουν σχόλια: