Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ
Της Μαίρης
Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος.
Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα
σωριασμένα αιφνίδια στο χτες.
Η λάμψη όταν περάσει λάμπει περισσότερο
καθώς
η ακινησία φανερώνεται
στη διαίρεση των βημάτων.
Όντως το περπάτημα ολότελα το χρόνο καταστρέφει
όπως ολότελα τον ήχο παύουμε
ακουμπώντας τα χέρια
πάνω στα βοερά τύμπανα.
Πιότερο ζει η αστραπή
μετά το ανατρίχιασμά της
η απέραντη δυνατότητα των πουλιών
όταν μακραίνει ο θόρυβος ενός τυχαίου αεροπλάνου.
Φοβερή ασυνέχεια:
ο πλούτος μου είναι το στήθος μου.
Γι’ αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα
και ταξιδεύω σίγουρος
όσο η μίνθη ταξιδεύει και το ασπροθύμαρο.
Συνηθισμένο πράμα η θυσία.
Και ιδού με χιλιάδες σπάγγους
δεμένος αιωρείται ο Ηράκλειτος
στην άχρωμη αποκριά της λογικής.
Πάνω σε τέσσερες ρόδες
έρχεται βαρετά με τις Σίβυλλες
χαιρετώντας δεξιά κι αριστερά τους σκύλους.
Ακολουθεί ο ξένος στα επαγγέλματα
με τα δάκρυα όλων των ειδών.
Έλαμπε το σούρουπο σαν τρυφερό μέταλλο
μια γκρίζα γάτα
μου φάνηκε τρομερά ντυμένη.
Ένα ζευγάρι φιλιότανε αμέριμνα.
κέρδιζε όλες τις στιγμές
τίποτα δεν παρατηρούσε.
Ο έρωτας είναι πάντα
μικρή-μεγάλη η δύναμη του Έχε Γεια
χρόνος ακατάσχετος.
Αυτός ερημώνει τα γηραλέα μεσάνυχτα
χρίει τις πεταλούδες με δικαιοσύνη.
Κι όταν υψώνεται ο κίτρινος καπνός απ’ τα ποιήματα
στον κουρελιασμένο χώρο που αναβοσβήνει
βλέπουμε χαρούμενες υποταγές
ο κόσμος τινάζει άξαφνα τη μανταρινιά της αστραπής
οι άγγελοι εξελίσσονται σε τριαντάφυλλα
και ξεκαρδίζεται ο κίνδυνος.
Έρχται τώρα να την
η Ανθούσα μόνη της –
η ερημιά την κατορθώνει.
Πολλά-πολλά ξεχύνονται
πλήθος πουλιά σαν φυλλώματα.
Είχε νυχτώσει ωστόσο.
Κάθε απόσταση φαινότανε μύθος.
Αναπάντεχα τότε
σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά
ένας νέος με γενειάδα φωνάζει:
Αστέρια σμαραγδένιοι σκύλοι
που κομματιάζετε τη νύχτα
να η άγρια ζάχαρη. –
Σε πέντε λεπτά ήρθαν οι αντλίες
ο ήχος των σειρήνων έφερε μεγάλη σύγχυση
και η Ανθούσα έλιωσε φριχτά
στην επίθεση του νερού
με τις μάνικες.
Ο δρόμος βράχηκε ανελέητα
τρεχάλα διαλύθηκαν οι συγκεντρωμένοι
κ’ έσκουζαν ολούθε.
Μια νόστιμη κυρία ή δεσποινίδα
που έχασε στη βιάση τα γοβάκια της
έψαχνε μάταια μέσα στη φυγή.
Πανδαιμόνιο.
« - Τι έγινε; Τι συμβαίνει;»
Έτρεχα κ’ εγώ μ’ αλλεπάλληλες σκέψεις
ηλιωμένος απότομα.
Έστριψα σ’ ένα στενό
και συνεχίζοντας να τρέχω
προχώρησα στην ησυχία μου.
Με κόπο ματαιώνοντας τα δάκρυα
θυμήθηκα την περασμένη Άνοιξη.
Έβγαινα για καθαρό αέρα
πατώντας στους ίσκιους των περιπάτων
εκεί που λησμονήθηκε το ρόδο
και η γύμνια δεν ανταλλάχτηκε.
Μ’ άρεσε να περιπλανιέμαι βάζοντας
μέσα στο στόμα του φαφούτη νου
μεγάλη ερημιά για να χορταίνει.
Όλα μού είναι άχρηστα, σκέφτηκα, εκτός απ’ τη ζωή.
Πρόκοψε τόσο η συμφορά...
Γέμισα νυχτωμένη αγωνία
ένα δήθεν φως.
Μικρόβια τ’ αυτοκίνητα στους δρόμους –
χρωματισμένα.
Τεράστια χρονόμετρα μεγεθύνουν
σε σκοτεινούς θαλάμους τα δευτερόλεπτα
λιώνουν οι ώρες υπέροχα
στα χυτήρια του ερέβους.
Αυτός ο Κρόνιος Πολιτισμός! Ας τον αρωματίσουμε...
Ανάσταση: τα καλοπιάσματα του έαρος.
Ερωτευθείτε.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
Ο χρόνος είναι γενικός.
Δεν μπορούμε να εντοπίζουμε τα οράματα.
Δεν μπορούμε να μοιράζουμε αστραπές
απ’ τα κλωστήρια τ’ ουρανού με δόσεις.
Ένα σκαθάρι το στοχαζόμαστε απέριττα
η πιο μεγάλη ώρα της ζωής υπάρχει σαν τις άλλες...
Δεν πάει μια βδομάδα που έβλεπα
δυο μουλάρια στην ύπαιθρο
να ξεραίνουν το θάνατο στη ράχη τους.
Ο χρόνος είναι κοροΐδευτικός.
Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση.

ΑΦΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΑΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
Δεντρογαλιά που έβγαινε μαζί με τη σελήνη!
Όλος ο κόσμος άνοιγε τις διάφανες πράξεις
και φωτιζότανε το λιβάδι της φωνής
απ’ τ’ αναρίθμητα κεράκια των επιταφίων.
Όλος ο κόσμος πολλά ποτάμια διασταυρούμενα
σκύβοντας η νύχτα της πόλεως
ενώ στους ήχους έξυνε
τα μεγάλα του εγκαύματα ο διάβολος
και χιλιάδες έρημοι
κολλούσαν φλάουτα στο χλοΐσμένο στόμα.
Η Άνοιξη αμερόληπτη
με τόσα σπιθίσματα
κι ο ψάλτης πηλός ώς τα ύψη ανεξήγητος
δρακόντεια ώρα και η σκάλα ορατόριο.
Τι μεσολάβησε στο αέναο παρόν;
Υπάρχει πάντα ο χρόνος
και ιδού το σώμα του καλούμενου χρόνου
σύρεται στο πραιτώριο
με γάζες αντί για ποδήματα
με σχισμένο ρούχο
ποια βαγιόκλαδα τα γενετήσια χέρια του
με τον όμορφο ύπνο στις πλάτες του
γεωμετρικά ξένο στην ελπίδα
κι απ’ την ελπίδα μας έξω
προς τον άνεμο του ποιήματος.
Ο Αφράτος είναι κανονικός ολόσωμος χειμώνας
κρατώντας υδροχαρής το βερνίκι
έβαφε μ’ αυτό τα γλυκόλαλα χέρια του
έβαφε μαζί και τ’ ακριβά δαχτυλίδια
διώχνοντας άφθονα περιστέρια
σε κάθε βήμα που εμπνεότανε
πάνω στα παστρικά δώματα χρησορρήμονας
κι ακούγονταν η αρά να σφυρίζει
κ’ η μονόφθαλμη ακρίδα στη σκόνη.
Απ’ τις πηγές ο τρόμος έτρεχε ολούθε…
Δεν έχω δίψα, λέει ο Αφράτος, το ποτήρι ξέχειλο
στα χέρια μου τι να το κάνω; Ας έρθει κάποιος
να τ’ αδειάσει και να ’ναι ο εχθρός του ονείρου
όσο κι αν θα λυπήσει τη γυναίκα μου.
Έρχομαι απ’ τα ξένα, μη με δυσκολεύετε.
Και του φώναξαν: Είναι κι ο τάφος νεροχύτης.
Να, λέει πάλι εκείνος,
της μαγείας ο θαμώνας που σωριάστηκε στο βλέμμα.
Μην τον χρεώνετε!
Και του κράζουν: Όλα καλά γινωμένα
κι ο σταυρός για τον ένοχο.
το ασήμι στα ψάρια
και το κρύο στο χειμώνα.
η σφυρίχτρα του φύλακα
κ’ η σφραγίδα στην όρνιθα.-
Τότε είδα να σηκώνεται ο Λωτ
μηδαμόθεν αλώσιμος
ο χαμάλης της σιωπής
απ’ τον πιο γερασμένο του θάνατο
μ’ ένα σακκί αλάτι στους ώμους
κι ανάμεσα στο πλήθος αγχούσε
ν’ ανοίξει δρόμο σπρώχνοντας
για να φτάσει στο καμιόνι που βρισκότανε πέρα
και να γλιτώσει μακριά.
Μόνον ο θάνατος μπορεί τα κόκαλα να δείξει
μουρμούρισα χωρίς αιτία
μελετώντας τις άκρες των δαχτύλων
κι ανακαλύπτοντας αίφνης την πείνα μου
γιομάτος ελπίδες για καλό χορταρικό με φέτα
τράβηξα ήρεμα προς το σπίτι.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ
Je flambe dans le brasier a l’ ardeur adorable
APOLLINAIRE
Η γλώσσα είναι σε μένα. Εγώ δεν είμαι στη γλώσσα.
Και μπαίνει το αγέρι των λέξεων, αλήθεια,
ξαναθροΐζει με τα φύλλα της καρδιάς μου.
Έτσι και το χιόνι πέφτει μεσ’ στη φύση
για να λιώσει σαν τη μουσική στο στήθος.
Έτσι κι ο κόσμος μαζεύεται τριγύρω
εκεί που κάτι συμβαίνει.
Μα τι συμβαίνει;
Κάποιος τρώει το αντικείμενο και τον κοιτάζουν.
Αυτός είναι ο διακόπτης του νου
με τον ήλιο στα πόδια του
εκείνος που λαχτάρησε το άδειο μονοπάτι
και τον πάει στην πλατειά
πέτρα του λαμποδύναμου νερού.
Κι αν έχει δίψα μεγαλύτερη απ’ τα αισθήματα
μπορεί τα μάτια να γεμίσουν ερημιά σαν του νεκρού
μπορεί να δει τη φτερωτή Θεοτόκο.
Καθένας ξέρει κι άλλο δρόμο του θανάτου
και την υγεία των αγγέλων μοιράζει με τις χαραυγές.
Καθένας δείχνει την ορμή στο καλοκαίρι
και στο χειμώνα τον απέραντο σεβασμό
καθώς οι κεραυνοί ξεσχίζοντας
τις πλούσιες λάμψεις
την πρώτη-πρώτη ομορφιά
στα μάτια ξαναπαρασταίνουν.
Η γλώσσα είναι σε μένα.
Κάτι ανάλογο. Κάτι βαθιά ηττημένο.

ΑΓΧΩΔΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Τ’ απόγευμα της Κυριακής
ανοίγω το ραδιόφωνο
σηκώνω το καπάκι της σιωπής.
Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες.
«Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό
του πρώτου ημιχρόνου...»
Κατεβάζω το καπάκι.
Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε
στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι;
Απολαμβάνω για λίγο
συντριπτική γαλήνη
και ξανανοίγω.
«Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης
και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση
προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι
μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο...» -
κλείνω.
Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα.
Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων.
Ανοίγω.
Την άρνηση πνίγω.
«...ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως.
Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας...» -
αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος.
Φοβερό καπάκι.
Πυκνότερη σιωπή.
Ανάβω ένα κεράκι
και χαίρομαι την εξουσία μου.
Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί.
Ξανανοίγω.
«Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή...»
Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή.
«...τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης
και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του...»
Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή
στη ματαιότητα λάμπει.
Τώρα μπερδεύτηκα πια μεσ’ στις φωνές
ουρλιάζουν τα πάντα.
«...ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά
ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει...»
Ν’ ανοίξω το παράθυρο
το παράθυρο, το παράθυρο.
Αυτή η ζωή...Αυτή η δύναμη...
Να ’χει στην ίδια δυνατότητα
την ησυχία και το σάλο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: