Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




ΣΥΝΤΟΜΟΝ
Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

ΦΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΑΙΜΑ
Η ΕΛΙΑ
Η μάνα μου είναι σαν ελιά
με τ’ ασημένια της μαλλιά κοντή ελληνίδα.
Κ’ εγώ μονάχος
βλέποντας τον ουρανό στα ρείθρα.
Πατέρα θα σ’ εύρω κάποτε ψηλά
γυρίζοντας απ’ τον πλανήτη;

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Λιώνει τα λιγοστά μου ενδύματα μαζί με τον καιρό η αγωνία
μέσ’ στην Αθήνα που έχει την έκταση φονικού
και γκρεμίζεται
το σκονισμένο βλέμμα μου στους εχθρούς.
Ανάλαφρο κορίτσι
σαν χορός είναι τ’ αστέρια και συ το γενετήσιο αγέρι
την άτολμη καρδιά μου σ’ έχω δώσει
όταν πονώ στον ήλιο και στα νέφη
δίχως να λύνομαι από σένα.

ΩΡΑ ΤΗΣ ΟΡΑΣΕΩΣ
Κυκλάμινο μέσ’ στο δείλι ο Υμηττός
κι ανάερες αποχρώσεις
ώς τη φριχτή πόλη.

ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΗΧΟΣ ΠΟΥ ΒΥΘΙΖΕΤΑΙ
Να της ημέρας ο γάργαρος θάνατος απάνω στα νερά
σαν ένα λεπτό κλωνάρι εύθραυστο…
Κι ανάμεσα σε δυο στιγμές
ένα θεϊκό σύρεται ρίγος
βαθαίνοντας την αύρα.

ΕΙΚΟΝΑ
Ο ταπεινός οπού το στήθος έχει ξοδέψει
γυρίζει στις ώρες αβοήθητος
ώς νά ’ρθει πάλι με τη νύχτα ο ύπνος
που γλυκά στην ακοή αλλάζει τους θορύβους και τις ομιλίες
γυρίζει δίχως τα ξανθά μαλλιά της αγαπημένης
ώσπου μονάχα ο ύπνος τον αδειάζει απ’ το βάρος.

ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝ’ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
Ο άνεμος του σώματος απάνω στα μικρά σου δάση
κινεί τις μυρουδιές τ’ αρώματα τη θλίψη
που σε κρατά μοναχική χωρίς ελπίδα.
Κι αν γείρεις τα νερένια της χαράς αθώα μαλλιά στην κρήνη
θ’ αναστενάξουν άγγελοι μέσα στο θρόισμά τους.

ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ
Θυμάμαι στον πράο Αργολικό με μακρινές βαρκούλες
τον ξανθό καταρράκτη σου Μαρία δίχως ύλη
και τα μάτια σου να πλημμυρίζουν από κίτρο
σαν έδειχνες τον ήλιο τραγουδώντας τις νεροκορδέλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: