Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙΗΣΗ
Το κορμί καταστέλλοντας αγγίζω τη ζωή την άδολη
που εξαλείφει
/νωχέλεια ρομαντική και εγώ κάθε μέρα στα νυχτώματα
εφευρίσκω το πεπρωμένο μου
σε πιθανή βαρβάρωση με 180ο χλοερού Αντίχριστου
ταχύπτερα νιώθοντας απαλή θεομηνία μεσ’ στις αρτηρίες μου/
σ’ ένα διάττοντα οπού μοιάζει να ’ναι η άμβλωση της φαινομενικότητας
αυτό θα πει φωτός ατίμωση για πάντα
/σαν πολλά δεν είν’ ώς τώρα τα θηλυκά σου ουσιαστικά
βρε παρλαπίπα;/
συμπτώματα στη βελούδινη τρώγλη του κρίνου με άσπρο πολυτέλειας
και με κίτρινο σε ουράνια στύση
οιακίζοντας όλεθρο προς τα ημερήσια ύψη γαλακτώδη
η αποθάρρυνση δεν υπάρχει στην πεταλούδα κι αν ακόμη
τις καρφιτσώνεις
μα όμως το δικό μου Πραγματικό δεν είναι μηχάνημα φυτρώνει
στα στήθια
ο θείος οργασμός των ορθρινών προηγιασμένων εξανθήματα
ωραιότητας
παφλάζοντας εβραϊσμό το ολιγάριθμο εκκλησίασμα
τέμπλα μαρμαρόγλυπτα κι αμαυρωμένα η ραγδαία ενοχή
στα γονατίσματα
ο στιλπνότερος θάνατος του εμπορεύματος οπού εγκλωβίζει
σπανιόψυχους
ανθέμια ρινίσματα η αποσάρθρωση κι ο δοκιμαστικός σωλήνας
του έαρος
στην κουπαστή του Τέλλεμαν ακαθόριστο νοοτρόπιο /δε λαθεύω/
ξιπόλητα τα μάγουλα της Μάρθας /τη λάτρευα δυσοίωνη κι ολομόναχη
στην οχλαγωγία/
θωρακισμένος με εκπληχτική παράνοια διαρκείας είκοσι
λεπτών επιτέλους
ο νομέας του forte.
Δε σε θέλω αυτόχειρα γιατί έτσι θα επιβράβευες ακούσια
το αίσχος της οντότητας
παρόρμηση σαράκι και μυκτηρισμός τα ανακλαστικά τής ματαιοδοξίας
ενστερνίζομαι απολαύσεις απ’ την ειρημένη Μαρθα που με συντρίβουν ευχάριστα
ο επικήδειος θα ’ναι τώρα για την όσφρηση κι ο θάνατός μου
σηπόμενος ουραγός
εποποιία.

απάγγελνα προχτές ποιήματα μου
σε μια μαύρη γάτα οπού κρατούσε
το ακουστικό με διθύραμβο

Τ' ΑΚΡΟΝΥΧΑ ΜΟΥ
Ταλανίζομαι στην ερχόμενη για αιώνες βαρβαρότητα
με κόρνα που μισούν τις Κυριακές το βράδυ χωρίς έρωτα
/μην παρατείνετε τις εκφράσεις. τα λέω όλα τρέχοντας/
θεμελίωση θανάτου δεν τη βλέπω κυοφορούμενος αντίκρυ
σ’ αυτό το εφιαλτικό γκρενά ωιμένα
μετρώντας δοξασίες ανάμεσα σε φουρφουλιά καυτή
και τσάι που ευωδιάζει.

ΠΩΣ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ
Σύγνεφα ξεκουτιάρικα διασημότητες της αιθρίας
κάθομαι σ’ ένα βραχάκι σάς απολαμβάνω
δεν έχετε προβλήματα τη λύση την κρατεί γαλήνιος
ο ρακένδυτος προλετάριος
ο φυσικός νόμος
τηλέφωνα δεν ξέρετε την αγάπη
στα άκρα την ξετυλίγετε
τυχάρπαστα δεδομένα σύμβολα της θλίψεως...
Δεν έχω μια δεκάρα στην τσέπη μου κι όμως αγάλλομαι
στη δοξασμένη σας νηπιότητα
ο τιμάριθμος εδώ σε μας ανεβαίνει μα εσάς τι σας νοιάζει
που βροχθίζετε ολοένα το γαλάζιο τ’ ουρανού
μ’ ένα σερνάμενο γεγονός από καραμέλα
θύματα στιγμιαία στα οξύρρυγχα μεγάλα δευτερόλεπτα...
Είμαι κ’ εγώ ωσάν εσάς τρεχάμενος: επειγόμενη ύλη
μα όχι δεν το ξαναστοχάζομαι
γαϊδούρια μαθουσάλες μού φαινόσαστε βρε άτιμα σύγνεφα
σας ικετεύω μια ματιά σε μένα οπού μάτωσα
την κίνηση συζευχτήκατε λησμονώντας τη δυστυχία μου
προς την πλήρη διάλυση πορευόμενα.

ΠΕΡΣΙ Ή ΠΡΟΠΕΡΣΙ;
Κατάγιαλα βρισκόμουνα κι ανάσαινα την αύρα της θαλάσσης
il pleuvait sans cesse sur Beste – θυμήσου το Μπάρμπαρα
το πιάνο είχε καταχνιάσει σε χιλιετίες τείνοντας προς εμένα
δύσκολα φεύγουμε απ’ το μεσίστιο Ίσως
τι φταίω όμως εγώ που λιμνάζει στα πέρατα η θνησιμότητα
ηλιοφάνεια σου αφηγούμαι τράβα στο τηλέφωνο μηδέν
για ν’ ακούσω
οπότε εβγήκα γρήγορα στο προαύλιο έξω να μαζέψω τις καρέκλες
και χούγιαξα τον ουρανόφυτο Θεό σας με σεισμογόνα μουσική μου
σε διαστάσεις τρομαχτικής σημειογραφίας που μόνη της έφθινε
ήτανε δυστυχείς φιλόλογοι και άλλοι ολιγοφρενείς επαγγελματίες
τα τιμάρια-γυναικάρια συνερίζονταν κι ανάστρεφαν επιθέσεις
κανένας δε θα μπορέσει να θωρακίσει τους φυτοφάγους ελέφαντες
δεν ξέρω πια τι μου επιφυλάσσεται τύπτω γωνίες κάθετες και
διδάσκω
θεραπείες από μνήμης.

τύμβος πληγιάζει με σκουριασμένη ασπράδα
το φεγγαρόχορτο
σκυθιστί σκυθρωπάζω
αϋπνία τοις μετρητοίς: χρονοφρένεια
η νύχτα δέχεται τη βραχύτητα
ως διάρκεια
χιλιοστών Διονύσου

συντόμως: ένα επίρρημα ακορντεόν

η πράξη της χαράς: η απραξία τα άνθη είν’
άλθη

ιμάντες στους τροχούς της Ιστορίας
οι ιδέες μας
να πω πρηξίματα ή να γράψω ωοθήκες;

ο δοτός απ’ τα χάπια ύπνος

η αλήθεια ως ενικός είναι άλεχτη.
η αλήθεια λέγεται πληθυντικός:
υπάρχουν
αλήθειες

NIHILITE
Τι θέλει στα μάτια μου βραδιάτικα
αυτό το δάκρυ;

Πήραμε την αμοιβή μας πάμε για κατούρημα
ο διεθνισμός των ζώων επιβάλλει τον Πύρρωνα

η ευθεία: το άλλοθι της καμπύλης

ΛΕΥΚΗ ΞΥΛΕΙΑ
Εγώ θέλω να τελειώνω με την ύπαρξη.
πώς γίνεται όμως αυτό
χωρίς απόγνωση στα έγκατα;
/Θα συνεχίσω μιαν άλλη μέρα/.

[...]
συνωστιζόμενη μοναξιά προς έναν
εσπεραντισμό της οντότητας

ΕΚΖΕΜΑ ΟΠΤΑΣΙΑΣ
Αυτά λοιπόν ήτανε τα ερυθρά μου ταξίδια.
Νότιος οίστρος ελλοχεύουσα
τέρρα ινκόγκνιτα.
Στερεότυπος είν’ ετούτος ο άνεμος ω Αλησμόνητη
χωρίς καν το ουράνιο τόξο
συντροφεύοντας αμυδρά του ήλιου τη βαρβατίλα
μετά την ξέφρενη βροχή οπούγινε υδάτινο κώμα
ικετεύοντας /πάλι μετοχή τι να κάνω…/ συννεφοκούρελα
για νερένια θυελλώδη επιβίωση.
Καλοκαίρι με τον τόνο κ’ η εικόνα του πελάγους
κακότητα μυρωδική στην τριγωνομετρία.
Είμαι μονάχος – κεφεδάκι τσιγάρο χαρτί και μολύβι –
σε βραχώδη κατάσταση που με εξοντώνει.

ΔΕΚΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΑΝΘΟΥΣ
φθόγγοι που έχουν αποδράσει απ’ τη φθογγικότητα
ζοχάδες της φιλάσθενης ορολογίας
φύλλα που έχουν εκφύγει πλέον απ’ τη φυλλοσύνη
λέξεις που δρέπουν ερημικά τη λεκτικότητα
ο αγέρας που μίσεψε και δε γνωρίζει πια αγεροσύνη
κάθε γεγονός όπως θα ’λεγε ο Βιττγκενστάιν
ή αντικείμενο
ραίνοντας από ψηλά
με την άρνηση την καθαρή του ιδιότητα
συνέχει τώρα την καρδιά μου σε μνημόσυνη διάρκεια.
Δεν είμαι άνθηση, το ξέρω περιμένοντας
του απόμερου φόβητρου
την άχαρην ώρα.

ΠΑΡ' ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ
Με ό,τι αρθρώνεις το Πράγματι το εξαρθρώνεις.
Νεάζουν αιωνίως τα ερωτηματικά /οξυτονία/
να ’ξερα λίγη φονοτεχνική για ξεκούραση /κάτι συναρτήσεις…/
θ’ ανάψω καμπυλόγραμμα τοξίνης τραγουδώντας από αυτάρκεια
την Τρίτη Διεθνή (σας παραφαίνεται;)
νιάουουου!

ΗΧΟΜΟΝΩΣΗ
Χάραζε τώρα ξάστερα ιερογλυφικά.
βγες και λυτρώσου /να μια γελοία προσταχτική/
στο Ασύνεχο.
Η μια μου λέξη ας κοροϊδεύει πάντα την άλλη
στο υπόγειο της γλώσσας η λαλέουσα μαύρη αιθάλη.
Τα κύτταρά μου είνα πλασμέν’ από απελπισία.

πέρ' από κάθε γλώσσα
πέρ’ από κάθε γλώσσα to dasos me klamena
megala klonaria fteruyize sto adinato i
sto fegarofoto

ΔΥΝΑΣΤΕΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΕΡΙΤΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ
Είναι στεγνά τα τόσα βάσανα μεσ’ στα βρεγμένα φώτα.
Έβλεπα κιόλας αλληλέγγυα τα χρώματα στη θεόγραφτη
πορεία του αβέβαιου σκούληκα δίχως πυξίδα
/λυπήσου την τετράποδη κίνηση μην την ταριχεύεις
απέναντι στις άγριες ξυλοφωτιές τής άβυσσος/
διαιρώντας τα ενόργανα (σαν το σκούληκα) και τα ανόργανα
στην ηλεχτρική κατάσταση στη μαγνητική
και στα ράκη της ατάλαντης βαρύτητας
/καθώς ο πόλεμος: το ταλέντο ρέει μέσ’ στις φλέβες μας -:
η φλόγα της βαθειάς ειρήνης/
κραδαίνουμε τη διάθλαση στην Κοίμηση του Κροπότκιν
αλλάζουμε την αύξηση, στο στήθος μετακομίζοντας
/η θράκα οπού γλυκανάσαινε στο μαγκαλάκι
σχημάτιζε πάνω στα θυμωμένα κάρβουνα σιγή-:
τη στάχτη σαν επιδερμίδα/.
Μνημόσυνο είν’ το φίλημα η ματωμένη δύση
κατάντικρυ στην κυματώδη θάλασσα
πλαστική ερημιά
μελαγχολία-στύση.

ΠΕΡΙΝΟΙΑ Η ΘΑΝΑΤΟΧΥΤΗ
Σταμάτησε την πένα σου στην πείνα.
είμαστε στο εστιατόριο. παραγγείλαμε φλογίδες.
Η μαθηματική εξεικόνιση της γελωτοποιίας είν’ αδύνατη.

ΛΥΡΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ
Εκείνο που μονάχα στην αόριστη μουσική
μπορούμε ναν το ζήσουμε
κανένας λεκτικός τρόπος δεν το δείχνει.
Κατάργηση σήψη που διέπω.
Τους ακανθώδεις αριθμούς τους ανάτειλα
ωσάν επειγόμενος πηλοπλάστης.
obscura per obscuris αποφαίνομαι σύγκορμος
κι αυτό είν’ η μόνη μου χάρη.
Δέχομαι συνεχώς αθωότερη θνησιμότητα
φρυγική της βακχείας φυσικότητα.
Η διάκριση που ειπώθηκε άθροισμα ερρέτω
διαίρεση και μαύρος πολλαπλασιασμός
η φιλάρεσκη αφαίρεση
πουθενά δε θα σκιρτήσουν -, έρωτας εξάρχει
είναι σαμσάρα δίχως ερώτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: