Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012



ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ ΜΑΧΑΤΜΑ
Ξημέρωνε κ’ ήτανε κ’ οι δυο τους
ασπροντυμένοι.
Κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος. «Τα πουλιά»
ψιθύρισε ο Μαχάτμα.
Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας.
«Μυδράλια».

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΤΕΜΠΕΛΙΑΖΟΥΝ
Έχω χρησιμοποιήσει πάλι την εικόνα τούτη; δε θυμάμαι.
Αλλ’ όμως είμ’ εκείνος που δε θα ξανάρθει στην πρασινισμένη
στέρνα
τη γλοιώδη κι απόκοσμη κατά τη στέρηση του μεσημεριού
περιπαίζοντας επιφάνεια και μέσα της το νερομάμουνο να λάμπει
χαμηλά πληθύνεται δίχως μύγες ολόγυρα σε διπλανές
πορτοκαλάδες.
Είμ’ εκείνος που μνέσκει καθώς αναδείχνει ολομόναχος
πως ο ανύπαρχτος Αδάμ
αντιποιήθηκε ανώφελα κι αχρείαστα τη Ζωή με τη Γνώση –
σλάφεν.
Το αποτέλεσμα ήτανε να τον πάνε
στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα: στην εκκλησία.
Ο κόσμος τότε εξαίφνης απόγινε
ποίηση και πάθια
διχάζοντας άγρια το στήθος μ’ ένα μεγάλο χασαπομάχαιρο.
Αυτά είναι τ’ αστραπιαία σωθικά της πραγματικότητας κύριοι
φλεγμονή ασπροφέγγαρο χουζούρι.
Πρωτεύει η νύχτα.

ΩΔΙΚΗ SEMPER ΑΝΤΙ-ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ
η ψυχολογία συναρπάζει ζωύφια
συναρπάζει ζωύφια η ψυχολογία
ζωύφια η ψυχολογία συναρπάζει

/ παραυχενισμός /

επιχθόνιος όπωπα λάμια φωτοχυσία
λαβώνοντας άστρη
σε κάθε πυροδότηση δάκρυ που γωνιάζει
την ύλη
τ’ ασημόφραγκα της ιερότητας είν’ οι
φλύδες των ομματιώνε
κι ο άγιος την αγιοσύνη του τη σμπαραλιάζει
τραμπάκουλο
το ανθόλουστο
σκήνωμα της ερημίας ή
θήκη νάιλον

φόρτιση του έχτου αιώνα ο Ρωμανός
με κοντάκια σε αέριο γέλιου και –

συναρπάζει η ψυχολογία ζωύφια

στρεβλώνοντας μίσχους, ολάκερο μέλλον
οι πεθαμένοι
παρόρμηση διθυράμβου κατακόμβη ματόφυλλα

N’ AIE PAS PEUR DU FEU DE L’ ENFER
PUISQUE LE FEU
DE NOTRE AMOUR
EST PLUS PUISSANT / οκαρίνα /

Σρι Ραμακρίσνα δεν έχω πια να πω
τίποτα
ο ένας ήχος με τον άλλονε αδειάζει
αδράνεια κ’ η φωνή μου
συνήθισε τις αερογραμμές, ανέμυαλα
λουλούδια

να σας πω ένα ανέκδοτο; / όλοι μαζί: / πες μας
πες μας
Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΦΤΑ ΠΑΡΑ ΔΕΚΑ / όλοι μαζί: /
βαράτε του

διαταράχτηκα. στο χνουδωτό ροδάκινο μέσα
τι γίνεται;

τύρβη μου στα βελάσματα η χώνεψη το χύμηγμα
η χόβολη σιδεροπρίονο
είμαι από άλλο τοτέμ. ελεύθερος ιατρού
σ’ αλυχτήματα
ο αντίρροπος αγυρμός κι ο χρόνος σε ομηρεία
τραγουδώντας έτη μαύρους οδηγούς / του χάρου
κατιόντες /
υπερέχω γεωγραφικά γι’ αυτό και φαίνεται παλιό
το καινούργιο μου

η βλαβερή συνήθεια να υπάρχουμε
κ’ η ζωή ωσάν κούκλα
ν’ ανοιγοκλείνει με πανωκατίσματα
βουβαμάρας
τα τεφρώδη της μάτια

ΥΜΝΟΣ ΘΕΙΩΝ ΠΙΕΡΟΤΩΝ Ή ΘΕΙΩΝ ΣΤΡΟΥΘΙΩΝ

/αυτό άλλοτε/

αξιομνημόνευτος από σάλπιγγα
η νεύρωση αμφιλεξίας
αγκύλωση του ορατού και φωνολήπτης
σε απόσταση πανικού με αδρεναλίνη
ζάρωσε στην πλαγιά το χιόνι. λιγοστεύει κάθε επόμενη μέρα.
σα να ’ναι ασπαίρουσα η ομορφιά σ’ ένα ημιλεκτικό στάδιο.
ούτε σιωπή ούτε λόγος. να κινούμε μονάχα τα χείλη με
συλλαβές οποιεσδήποτε δίχως ν’ ακούγονται. ποιήματα έτσι.
σε φωτισμένο ακροατήριο. σε άπλετες αστραπές.
τι ακριβώς λεηλατούσαμε στη Βαβυλώνα;

νταν-νταν

ντάααααν

η βαρβαρότητα παράγει χαμόγελα
να συντρίψουμε όλα τα όνειρα – γιούπι

δομές παρερμηνείας οι πολιτισμοί και
οστεοθήκες
η ασθμαίνουσα οπτική
του κόρακα λιθάρι

στα αρχεία του νευροφυτικού μας η ασωτεία
οράματος
κυοφορία φονική φανατικό υπογάστριο.

ΜΑΧΑΙΡΩΝONΤΑΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΥΠΕΡΥΘΡΕΣ
Ωσάν αντίποινα στην απονέκρωση τα ανίατα άνθη.
Κορακιάζω στη διαφάνεια της φαντασίας από θρίαμβο.
Η αριστερή κατάσταση του στήθους. ιδεογράμματα.

Η ΙΡΛΑΝΔΙΚΗ ΕΚΣΤΑΣΗ
Ας μιλήσω ωσάν χόρτο. στα σωματίδια η εφίδρωση ενέργειας
ένας ολόασπρος διάβολος.
Ενδόφωνο: οι ήρεμες ημέρες χιλιανές απ’ τα γεννοφάσκια μου.
Καταδικάστηκα για λευκότητα σχηματίζοντας άναρθρο
κι αναπαράγοντας αστέρια
θα εξουσιάσω όμως κάποτε τη σιγή μου σε νερένιο απόκρυφο
τα έαρα θα ’ναι δακρυγάλανα δίχως αντανάκλαση στους
αερόβραχους
πολύνοια θα συσσωρεύει πάντοτε η άμβροτη γύρη κι ολόγυρα
ο θάνατος του κόρνου
τέμνοντας μονάχα με την ανάσα μου
τη ρέμπελη λογική του χρόνου σε ίσα
δυστυχήματα.
Βραδυασμένο ρόπτρο παμπάλαιο που χειροτερεύει την αδράνεια
εγώ βέβαια μεταχειρίζομαι τον πόνο ανήκω στους ολίγους
τους περισσότερους ο πόνος
σάς μεταχειρίζεται κι ωστόσο
γιαπί θα παραμείνω.
Ας μπόρηγα ν’ αποσπάσω απ’ το καντήλι τη φλογίτσα του
μ’ ένα μανταλάκι…
Θα ’λεγα να σκεφτόμαστε μονάχα οπτικά να μη σκεφτόμαστε
με σκέψη
κάτω η εγρήγορση! μας διαμελίζει – αχ να βλέπαμε σκέψη
το άλφα ν’ αλφαδιάζει το δέλτα να δελταίνει
το λάμδα να λαμδάνει καίγοντας αδιάκοπα τη γλωσσάφατη
ονομαστική μου
μετάρσιος ή άγγελος που καταβροχθίζει τη χοιρινή θεότητα
πυρόεντα μεγάλα πετεινά: χιονόλευκα σκότη
ζάρι πικρό – τι μου ’λαχε – κι αστράφτει τρομερές γοργάδες
από μελανόλιθους
οι αιμόφυρτοι αξιωματούχοι
στην εξέδρα
τα κορακάτα μαλλιά του Σαμψών εγώ να ξέρετε τα ’κοψα
χαϊδεύοντας τη σφυγμώδη
κλειτορίδα της αναίμαχτης Άννας
ώσπου να πάψει πια να μας ελκύει με χαβάγιες το φεγγάρι
ροζιάρικο
ουρλιάζει η fabula «πουθενά!»
Θυμάμαι κείνη τη νυχτιάτικη μαυρίλα μα τι ακούγαμε τόσο
γαλήνιοι στο μαγνητόφωνο;
«Μαίρη», σου είπα, «ένα κοπρόσκυλο πέρασε πριν από λίγο δεν
το είδες μέσα απ’ το άχαρο Ρέκβιεμ
του διαβολόπαπα
του Φραντς Λιστ...»
Επομένως: ειρηνεύετε Φιλισταίοι το φωταέριο δεν πρόκειται
να σας λείψει
την ηδονή σας την τσεπώσατε Σαββατοκύριακο
καθώς ο ήλιος απόγινε δυο ρέουσες
συλλαβές από λιωμένα φωνήεντα Bobby το χέρι σου
είν’ ολόμαυρη ζάχαρη Francis αναρριχήθηκα στα μάτια σου
Raymond
είθε κι άλλο χορτάρι
νυμφώνας η νόηση και η κοίμηση
ουράνιο διαζύγιο Bobby φαρδειά που είν’
η θλίψη.
σέρνουμε τους αγέρηδες
χαιρόμαστε ενάντια στις κυβερνήσεις του αιμάτου το λάμψιμο
κουλαμάρα πυγμάχου ή κι αν όχι τυφλότητα ρολογά
κι ομόφλογες αστραπάδες
Bobby Sands οι δράκαινες εβδομάδες
ποιος κρίνος ωραιότατος Bobby ποιος κρίνος Francis
ωραιότατος Raymond
οι βαθειές πικρίες του κροκόδειλου.
πρόσεχε ουν αναγνώστη γιατί κι ο χρόνος είναι
κάποτε κιθαρωδός
η νύχτα οδηγήτρια
η οχιά η κουκουλομάτα σ’ ανέστια δευτερόλεπτα
σε φαεινές των άστρων ανωφέρειες
εξαγιάστηκα πρόωρα
κι ο αειπάρθενος Εφτά με τ’ αλογίσια χνώτα στα μεσαία κύματα
φευγάτος είμαι απ’ την ύλη μεσίστιος
ανεμίζω
τρεμουλιαστά μαντίλια
με στραμπουλήγματα των ήχων εξαπλώνοντας
τα άγουρα έγχορδα
της τάχα αισιοδοξίας ευφρόσυνες οιμωγές μου
από κανελόριζα η θυσία
είναι πάντοτε αντισηπτική
τη δοξασμένη απεργία πείνας τηνέ κάνει βρε παλιοτόμαρα
οργασμό
τηνέ κάνει ονείρωξη του απόλυτου,
τις νηστικές ημέρες
μανάδες.
Χαμαίζηλο αρμόνιο ο θάνατος δεν είν’ εργένης κι αποφάσκει
διάσημο κίτρινο
στα παλαιολιθικά ευρήματα κείθενες
αποτεφρώθηκε τρίζοντας πια η ψυχανάλυση.
Πώς είν’ η ένατη χειρονομία μας; Είν’ όπως όταν πετώντας
ένα κομμάτι χαρτί στην άβυσσο που πάει
να κοροϊδέψει τη βαρύτητα
αιωρούμενο ανάλαφρα μα που όμως θα καταλήξει
στον πάτο.
Δε βλέπετε τι γίνετ’ εκεί πέρα; καίγεται μια μεγαλοφυΐα
το μέλλον απαστράπτει αδιάσειστο
με φουφούλες κοριτσίστικες
η ολισθηρή εμορφιά ενός αντιτορπιλικού μέσα στο σούρουπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: