Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ..




Η ΠΡΩΙΜΗ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΜΠΡΑΟΥΝ
Ένα φεγγάρι βρόμικο στα κράσπεδα της νύχτας
τυράγνια της ουράνιας πορτοκαλιάς των άστρων
ένα φεγγάρι ψόφιο σαν φεγγάρι
σαν ένα φάσκελο της άγονης αιωνιότητας.
Ένα φεγγάρι που κοκάλωσε στην άχρονη
της ακέραστης εκείνης Εύας την ασπρίλα
σαν κάποιο ζοφερό κατάλοιπο του δεύτερου Ζαρατούστρα
κι ας ανέρχεται στα γαλάζια τρέμουλα της πρασινάδας
ο Απροσμέτρητος.
Τώρα και χρόνια κόβει μόνη της κι αλλάζει
με μια θλίψη ανάερη στ’ ακριβότερα βάζα
τεράστια λουλούδια κι άλλα θρηνώδη λουλούδια εξουσιάζοντας
μ’ ανακόλουθη τρυφερότητα
η απόκρυφη γερμανιδούλα η Εύα
φιαλίδια λησμονιάς και περίφοβα ξυραφάκια
δίχως να νιώθει την ακόρεστην ωμότητα
που κατατρώγει και τον άγιο γύπα
τ’ αστραφτερά βασανιστήρια της αηδόνας
την κομψότητα του κενού μεσ’ στην αγάπη.
Τώρα και χρόνια καίει σωρούς τα γλυκόλογα με καθαρή βενζίνη
τυλίγοντας απαλά τον έρωτα στον ξέφρενο θόρυβο
που κάνουν έξω στα μακρουλά κοκαλιάρικα γεγονότα
κάτι αιφνίδιες μοτοσικλέτες και βλέποντας
τα υπέρτερα πουλιά σαν αντίδοτα
παντού μεσ’ στ’ ολοζώντανο και θυμωμένο δάσος
ωσάν αχόρταγες καρφίτσες της Ειμαρμένης –
η Εύα η λευκότατη δεσποινίδα.
Τώρα και χρόνια υποφέρει ματωμένα περιδέραια
τ’ άκαρπα διαμάντια και τα κίτρινα δώρα του Χιροχίτο
μονήρης κι αξιολύπητη… Μα η φύση ολόγυρα
δεν το βάζει κάτω – τι παράξενο,
δε λέει να ρημάξει την ηδυπάθεια
κι ανάμεσα στ’ άναρθρα σκουλήκια:
τις αξόδευτες δώθε-κείθε λάμψεις της άλαλης υγρασίας
- τι αρχαγγελικά συμβάντα τι ποθήματα…
Κι αυτός ο ουρανός ο νεανίσκος
αποβλέποντας ολοένα στην απλότητα…
Όχι περίστροφο! Δεν ταιριάζει στο κατάλευκο δέρμα
συλλογιέται την Άνοιξη, τα γαλάζια ρίγη, κ’ είναι Άνοιξη,
δεν ταιριάζει στοχάζετ’ ανάστροφα
μεσ’ στο λιγόωρο νυφικό της η φουκαριάρα,
διώχνει μακρύτερα τη μαυρίλα το καλόβολο δηλητήριο
τη σπρώχνει λιγάκι παραπέρα
κι ο κάθε δύστυχος θα πέσει μαλακότερα στην άβυσσο
θαρρεί πως πέφτει με τα πόδια διπλωμένα.

Μελανιάζει τώρα η πρωία στο χοιροστάσιο.

ΠΡΙΟΝΙΣΜΑΤΑ ΣΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ
Σ’ εκείνο το κρυφόσκυλο την προκοπή σου ω Χρόνε
τι άμυνα χρειάζεται, τι θέλγητρα να σπάσει
στους κρυστάλλινους χειμώνες των βημάτων…
Εσύ τον Άδη λογαριάζεις ως ανάσταση
μα εγώ χαμένος και χαμένος
απ’ αυτό το βαρύτιμο τίποτα
θα κάνω πάλι τοσοδούλι σβωλαράκι το ασημόχαρτο
γδύνοντας εν’ ακόμη τσιγαροκούτι.

Ο λόγος τώρα για το προφορικό μεγάλο αυτοκίνητο
κάτι λέξεις αθώρητες όπως το εφ’ άπαξ
ένα πρόβλημα κι άλλο πρόβλημα
για να βρομίζουμε μ’ αυτά την ακέραστη Λύση
σα νεκρές εφημερίδες και κονσερβοκούτια ξεκοιλιασμένα
στον αφάνταστο πευκώνα.

Σαν το άλογο στο σκάκι
την ευθεία πάντα την απεχθάνομαι.
Σαν το άλογο στο σκάκι
τη Φύση το Νου και την Τύχη
μεσ’ στα έγκατα θα αισθάνομαι.
Μικροί κι αόρατοι πηδηχτοί των φυλλωμάτων ήχοι.

Εκεί που μοιάζει το μυαλό μ’ ένα σύνολο
ξερνώντας δυο και τρεις φορές όλα τ’ αθροίσματα
προικίζει θαλερός ο θάνατος τον άνθρωπο.

ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ ΛΑΒΔΑΝΟ
Μέσα στη βενζινέρημο ξεράθηκε κι ο πόνος –
η αγάπη στο τασάκι. πολιτικό κιγκλίδωμα…
Ποια φρίκη είν’ το φως που μ’ έχει αρπάξει
κι ο αμφίβραχυς!
Κλαίει κι αναδακρυώνει ο χαλασμός ονόματι
όραση
κ’ είναι σαλόνι η ματιά μου σ’ αυτό τ’ αλώνι
το φαρδύ του φεγγαριού
με αργυρόχροα ταμένα στην απόγνωση
χωρίς τη γλώσσα-μέγαιρα να διαγουμίζει λήθη
μεσ’ απ’ της μνήμης τη φορμόλη.
Θαυματουργός τη θεωρία του τροχού σάς τη δασκάλεψα
τα αισθητήρια μαστίζοντας
αγχιθανής αγχίθεος αγχινεφής κι αεροβάτης μόνος
ο ήλιος είναι το πάγιο προσθέτει η δασύτριχη σελήνη.
Δεν παίζω σοβαρότητα κι αναδεύω φυσικοχημικά
συμπεράσματα
τρελόσωστος: οπτική ευφυΐα ο σερίφης ανόλβιος
ασπάζομαι τη γη με γοερές μου γονυκλισίες ανώφελος
εγώ ανταλάσσω πυρά μονάχα με το θάνατο –
καταλαβαίνεις;
Όταν ξεμέθαγα τις αλκοολικές βελόνες απ’ τα τρυπήματα
η ψυχανάλυση του άγιου μαδούσε τη λάμψη του καθρέφτη
το σώμα σου αποπλέει ωσάν χάρτινο με ξεφλουδίσματα
χρόνου
από χρυσίζουσα οχιά το πεπρωμένο σου δεν εκκολάφτηκε
κι αποπλέει το σώμα σου
κρατώντας ηχητικά χάμουρα
στα θηλυκά ερείπια του Ηρώδειου όπως αιφνίδια
μου φάνηκε πως έπιασε φωτιά
η άρπα.
Ξημερώνει με ατμώδη βουνά μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα
χαρτορίχτρες
απεχθαίρω τη στύση μου μελάτη
κι ω Θεέ μου ας μπόρηγα να ’μπαινα κάποτε για πάντα
στον ύπνο.

ΔΙΗΓΗΣΗ
αρετής δε και φιλοσοφίας
όρος το μετά συνέσεως
άπλαστον
ΑΒΒΑΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ

Μιλούσα δυνατά στην ερημιά με αραιές χειρονομίες, προεκτάσεις των λογισμών. Απέναντι ο ήλιος βασιλεύει στο ανοιχτόν πέλαγος, είναι τώρα κάτω-κάτω, μόλις υπέροχος της θαλάσσης, κρεμαστός, ένα ρόδινο αερόστατο. Σε λίγο θα βουτήξει μέσα της. Πολληώρα είχα μπει σε κάποιο μικρούτσικο κοιμητήρι, από κείνα τα απομόναχα που συντυχαίνει στους αγρούς ο περάτης, και δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου τους τάφους αλλιώτικα φανερωμένους στα βήματά μου και στα μάτια μου. Γαλήνη εξισωμένη με όλα. Ο ήλιος βούτηξε κι ολοένα τώρα βυθίζεται πέρα, στην άκρη του μεταξωτού πελάγου, μοιάζοντας με πυρωμένο κεφάλι πολύ μεγάλου καρφιού. Περπατούσα δυτικά. Συλλογιζόμουνα τους τάφους παράξενα. Οι σκέψεις τρέχαν από δω, στο εσωτερικό μου, τρέχαν από κει, σαν κατσαρίδες. Ωστόσο, είχα πάψει πια να μιλώ. Φλυαρούσα μέσα μου. Κ’ έμεναν έξω οι χειρονομίες, αραιές, μόνες. Ωσάν τυχαία ρυάκια. Σιγά –σιγά έβλεπα πως όταν σκεφτόμαστε βραδυάζουμε. Σιγά-σιγά λοιπόν άρχισα να σκέφτομαι τη σκέψη. Σκούπιζα το νου με τον πιο δικό του τρόπο, βγαίνοντας απ’ τις διαστάσεις, και μάθαινα σε λίγα δευτερόλεπτα ή σε δυο-τρεις αιώνες πως, όταν η μνήμη πιάνει την καρδιά και κατεβαίνει ώς τα δάχτυλα των ποδιών, αμπόρετο να μείνεις άκαρπος. Έρμο στήθος, τουφεκάκι μου... Κάθε καρπός είναι λαμπρότατο σκοτάδι, θέλεις η διαλεκτική της ματαιότητας, θέλεις η ματαιότητα της διαλεκτικής. Κάθε καρπός είναι κι από ’να βάρος, όπως η αλαφράδα της γάτας μεσ’ στην κίνηση. Ω φοβερό μισοδρόμι! Δεν πάει ν’ απελπίζομαι όμως. Έχουμε χρόνο να καλυτερέψουμε την κατανόηση των τάφων. Αδέκαστα είναι τα μόρια και όλες οι διαιρέσεις τους. Εκεί που γίνεται ο λόγος ίσκιος της καρδιάς, εκεί στ’ αλήθεια βάστηξεν η αστραφτερή πλερωμή: να κερδίζουμε την κατανόηση των τάφων. Κάθε έρωτας είναι κ’ ένας τάφος, έρωτας είναι και το παραμικρό. Μια φευγαλέα ματιά στα τοπία. Το άρπισμα των φιλιών. Η θαυμαστή μοίρα να πίνουμε το νερό, του κόσμου τα πράματα. Μη σε κουράσει ποτέ η φλόγα, είπα μέσα μου. Ο ήλιος ώρα βούλιαξε και θα σκορπίζει πανικό φωτός στα βάθη του πελάγου. Φανερό για μένα, πως η ζωή είναι πιο πλατειά, στο τέλος, απ’ τη συμπεριφορά της, τη φύση. Δεν είχα τίποτα στην καρδιά μου και περπατούσα δίχως να το νιώθω, ελεύθερος κι απ’ τα βήματα. Το ένα μετά το άλλο τρώγαν τα μονοπάτια χωρίς εμένα. Ξαφνικά, σαν όταν συναντήσουμε απροσδόκητο καταρράκτη, γέμισε πάλι σκέψεις το κορμί μου. Θα ’ρχεται πάντα η νύχτα, στοχάστηκα, και θα ’ναι μακριά η καθαρή ζωή. Βρίσκομαι στα χειρότερα όρια, της τέχνης και της γυμνότητας. Είμαι στη δέσμευση, τη μόνη, που γυρεύει την αποδέσμευση. Κάτι ευγενικό, βέβαια, κι αρχαιότατο. Χυνόμουνα έτσι στα πρωταρχικά περασμένα. Μου φάνηκε απότομα πως η εξέλιξη πηγαίνει προς τα πίσω. Περπατούσα ολοένα σε μιαν εισαγωγή. Δεν υπάρχει άλλη έκφραση. Τόπους-τόπους μύρωναν τα σωπάσματα οι κελαηδισμοί. Βρήκα μια πέτρα, κάθισα για κάπνισμα. Θυμήθηκα στίχους. Όταν ο ήλιος είχε ακόμη λίγα καλάμια συνταίριαξα για μια στιγμή το φόβο με την ποίηση, το φόβο των φιδιών, ώστε ναν τον υπερνικήσω στα μονοπάτια.

Χαρούμενα ερπετά που δε σας βλέπω
στη θερινή έκταση των βλαστήσεων
αδελφικά πουλιά και όλες οι εικόνες
τριγύρω
μάς θέλησε η αγάπη κι ακατάσχετα
μοιραζόμαστε τη σταθερή δύναμη
εκείνο το αμοίραστο που μας παιδεύει
στη μικρή-μικρή άνοδο
για την απολύτρωση.

Ολούθε μαύρισε και δεν αισθάνομαι διαφορά. Φεγγάρι. Το ίδιο φως, οι βρικόλακες των δέντρων. Αλλά και μια τεράστια ελπίδα ουρανού και γης ο δακρυσμένος σκύλος. Υγεία των άστρων: αηδόνια τη νύχτα. Τότε κατάλαβα ήσυχα πως ο θάνατος είναι η κομψότητα των όντων.

ΧΡΑΠ

ΚΑΠΑΚΩΝΟΥΜΕ ΖΩΔΙΑ
Θα αντιγράψω σήμερα όλο μου το αίμα.
Ράκη τα χέρια μου προς το ύψος /πολλά ουδέτερα/.
Μην τα βάλεις με την πλάνη – σε εξορκίζω –
θαν τα βάλεις έτσι και με την αλήθεια
τη μάνα της τη μπελαλού.
Τρενάροντας όνειρα γλιτώνω κι απ’ τις δυο τους
πεύκα μωρουδάκια στο λοφίσκο
τα ξαφνικά ματόκλαδα μιας άρρωστης πεταλούδας.
Ευλογημένος ο μαινόμενος εν ονόματι μυστηρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: