Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

JOHN BERRYMAN,




Ο Μπέριμαν γεννήθηκε έχοντας το όνομα Τζον Άλιν Σμιθ Τζούνιορ, στο Μακάλιστερ της Οκλαχόμα και ήταν γιος του τραπεζίτη Τζον Άλιν Σμιθ και της Μάρθας Λιτλ. O πατέρας του αυτοκτόνησε το 1926 λόγω χρεοκοπίας. Τρεις μήνες αργότερα η μητέρα του παντρεύτηκε τον Τζον Μακάλπιν Μπέριμαν, ο οποίος και έδωσε το όνομά του στον Τζον Μπέριμαν.


Η οικογένεια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησαν δύσκολες εποχές, όπως η κρίση του χρηματιστηρίου το 1929 και ο νεαρός τότε Τζον επιχείρησε το 1931 να αυτοκτονήσει. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εκδήλωσε το ποιητικό του ταλέντο δημοσιεύοντας ποιήματα σε ονομαστά περιοδικά της εποχής.

Η πρώτη συλλογή με ποιήματά του εμφανίσθηκε στο Five Young American Poets το 1940. Το 1942 παντρεύεται την Άιλιν Μούλιγκαν και τον επόμενο χρόνο εκδίδει τη συλλογή κάτω από τον τίτλο «Ποιήματα» (Poems). Η ποιητική και η ακαδημαϊκή του καριέρα εξελίσσεται γρήγορα. Χωρίζει από την Άιλιν το 1953 και απολύεται από το πανεπιστήμιο της Αϊόβα λόγω σύλληψής του για μέθη και διατάραξη της κοινής ησυχίας. Το 1955 παίρνει τη θέση του λέκτορα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Ο κύκλος σχεδόν έχει κλείσει. Βρίσκεται μόνο 30 μίλια μακριά από τον τόπο που αυτοκτόνησε ο πατέρας του. Εκεί αρχίζει να γράφει τα «Ονειρικά Τραγούδια». Αφού έχει χωρίσει το 1956, παντρεύεται μόλις μια εβδομάδα αργότερα την 24χρονη Ανν Λεβάιν και ταυτόχρονα τιμάται με το βραβείο Πούλιτζερ για το έργο του «Homage to Mistress Bradstreet». Τον επόμενο χρόνο προάγεται σε αναπληρωτή καθηγητή.

Το 1958 νοσηλεύεται λόγω υπερκόπωσης και ταυτόχρονα έχει χωρίσει και νόμιμα από την Ανν. Το 1959 νοσηλεύεται εκ νέου λόγω νευρικού κλονισμού και αλκοολισμού. Διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια, στο Βέρμοντ και στο πανεπιστήμιο Μπράουν, ενώ τα βραβεία για το ποιητικό του έργο διαδέχονται το ένα το άλλο. Το 1961 παντρεύεται την 22 ετών Κέητ Ντόναχιου και αποκτά μαζί της δύο κόρες. Το 1970 ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης από τον αλκοολισμό και προσπαθεί για τουλάχιστον άλλες τρεις φορές μέσα στη διάρκεια του 1970. Αρχίζει να εμπλέκεται με τη θρησκεία, μελετά τον Ιουδαϊσμό, τον Καθολικισμό και γράφει το έργο του Recovery, το οποίο αποτελεί μια ασαφή αυτοβιογραφία σχετική με την απεξάρτηση από τον αλκοολισμό. Στοιχειωμένος από την αυτοκτονία του πατέρα του και με τη μικρότερή του κόρη να είναι μόλις έξι μηνών, ο Μπέριμαν αυτοκτονεί πηδώντας από την γέφυρα της Washington Avenue στη Μιννεάπολη.



Από τη συλλογή “Έντεκα Προσαγορεύσεις προς τον Θεό”

1.



Κύριε της ομορφιάς, τεχνίτη της νιφάδας του χιονιού,

αμίμητε επινοητή,

προικοδότη της τόσο υπέροχης και διαφορετικής από τη

βαρετή Σελήνη Γης,

σ’ ευχαριστώ γι’ αυτήν καθώς είναι το δώρο μου.



Έχω συνθέσει μια πρωινή προς εσένα προσευχή

περιέχουσα μ’ ακρίβεια όλα όσα έχουν όντως σημασία.

Με το «Γενηθήτω το θέλημά Σου» ξεκινά αυτή.

Μου πήρε πάνω-κάτω δυο μέρες. Δεν επιδιώκει να είναι

εύγλωττη.



Έχεις σπεύσει για τη σωτηρία μου ξανά και ξανά

στ’ αδιάβατά μου, απελπιστικά μερικές φορές, χρόνια.

Επέτρεψες στους λαμπρούς μου φίλους να καταστρέψουν

τους εαυτούς τους

κι είμαι ακόμα εδώ, σοβαρά ζημιωμένος, αλλά λειτουργικός.



Ανεπίδεκτος μαθήσεως, καθώς άγνωστος είμαι στα πειραματόζωά μου:

πώς μπορώ εγώ να «σ’ αγαπώ»;

Εγώ μοναχά στο μέτρο της ευγνωμοσύνης και του δέους

με πεποίθηση και ζωντάνια απολύτως.



Δεν έχω ιδέα αν θα ζήσουμε ξανά.

Δεν φαίνεται πιθανό

είτε από επιστημονικής είτε από φιλοσοφικής

απόψεως

αλλά βέβαια όλα είναι πιθανά για σένα,



και πιστεύω τόσο ακλόνητα στις Αναστάσιμες εμφανίσεις,

στον Πέτρο και στον Παύλο,

όσο πιστεύω πως κάθομαι σ’ αυτήν τη μπλε καρέκλα.

Μόνο αυτό μπορούσε να είναι μια ειδική περίπτωση

για να εγκαθιδρύσουν την πρωταρχική τους πίστη.



Οποιοδήποτε κι αν θα είναι το τέλος σου, δέξου το θαυμασμό μου.

Ίσως σταθώ ώς το θάνατο για πάντα σε στάση προσοχής

για την όποια σου οδηγία ή επιφοίτηση.

Είμαι σίγουρος ακόμη ότι θα με βοηθήσεις και πάλι, Κύριε

της ενόρασης και της ομορφιάς.



(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)



Από τη συλλογή “Το παιχνίδι του, το όνειρό του, η ανάπαυσή του”



147.



Του Χένρι το μυαλό όσο περισσότερο σκεφτότανε ωρίμαζε σκοτεινότερο.

Αντίκρισε τον κόσμο σαν το έργο μιας γριάς πουτάνας.

Ντέλμορ, Ντέλμορ.

Εξακοντίστηκε σε κομμάτια κι αυτά χτύπησαν στο έδαφος.

Τίποτα δεν ήταν αληθινό αλλά ό,τι ο Μάρκος ο Αυρήλιος δίδαξε,

«Όλα αυτά είναι δυσωδία και αίμα σε μια τσάντα».



Αντίκρισε τον κόσμο όπως τ’ αποφάγια μιας μάγισσας.

Η αγάπη του πέθανε σχεδόν απ’ αυτόν πια.

Η μητέρα του και ο Ουίλιαμ

ήσαν ζωντανοί στην ίδια επιστολή που ο Ντέλμορ πέθανε.

Ο κόσμος είναι τρελός. Αυτός είναι ο τελευταίος γύρος.

Ντέλμορ, Ντέλμορ.



Ψηλά στα καλοκαιρινά κλαδιά ο ποιητής τραγούδησε.

Πόνεσε το λαρύγγι του, και άλλο πια να τραγουδήσει δεν μπορεί.

Όλα τ’ αφτιά έκλεισαν

κατά μήκος των υψωμάτων όπου ο Ντέλμορ και η Γερτρούδη ξεπρόβαλλαν

εδώ και τόσο καιρό, στη δόξα των οποίων αυτό συνετέθη.

Ντέλμορ, Ντέλμορ!



(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)





48.


Μ’ έβρισε στ’ αρχαία ελληνικά,

Θεέ μου –δεν είναι καν η γλώσσα του

κι εγώ ούτε που την γνωρίζω –η δική του είναι η αραμαϊκή,

ήταν– εγώ μιλάω μόνο μία, τ’ αγγλικά

(αμερικανική εκδοχή) και, ξεφουρνίζω κάτι φράσεις

από καμιά δεκαριά άλλες· πού είναι το άρτος;

φουσκώνει στο Δεύτερο Ευαγγέλιο, φιλαράκο:

Ο σπόρος πέφτει, ο θεός πεθαίνει,

κάτι φουσκώνει,

ένα ξεροκόμματο, και τότε λαμβάνει χώρα ένα γεύμα. Εκείνος το είπε,

μια αρχαιοελληνική ιδέα,

ενοχλητική για φανταστικούς Εβραίους,



όπως ο πικρόχολος Χένρυ, γεμάτος από τον θάνατο της αγάπης,

άβολος στο Κάουντορ, χωρίς φιλοδοξίες, θρηνώντας

όλο αυτό το αβάσιμο αναγκαίο πράγμα.

Χαμήλωσε την φωνή και μίλησε σιβυλλικά

για τον θάνατο του θανάτου της αγάπης.

Ώρα να πηγαίνω.


[Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]




ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ




Μοιάζει να είναι ΣΚΟΤΑΔΙ συνέχεια.

Περπατάω με δυσκολία.

Μπορώ να θυμάμαι τι να λέω στο σεμινάριό μου

μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω.



Είπα κάποτε σ' ένα Τραγούδι: συνήθως είμαι κουρασμένος.

Το επαναλαμβάνω κι επαυξάνω.

Ξερνάω.

Κατέρρευσα σήμερα στην αργή κίνηση του Κ. 365.



Αναμφίβολα δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ ακόμα.

Έγραψα: «Ίσως υπάρξουν φρίκες.»

Το επαυξάνω.

(Μου φαίνεται πως πήρε τα μικρά της στήθη μακριά.)



Είμαι ερωτευμένος με το εξαίσιο μωρό μου.

Σπίθες! Μέσ' στο σκοτάδι ΕΛΠΙΔΑ. και εξαφανίζεται.

Χαμένες τέχνες.

Εκμηδενίσεις.



Ουόλτ! Είμαστε στο ισόγειο,

ούτε κι εσύ δεν με ανακουφίζεις

μα παίζω το δικό σου ρίσκο αγαπημένε φίλε και μαζί σου πορεύομαι.

Δεν υπάρχουν ταιριάσματα


Ξεστόμισε, ο Πατέρας Του, μια λέξη


Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς












Δεν υπάρχουν σχόλια: