Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΣΤΑΜΝΑ

 

Ξεδιπλώνεται το μέσα βλέμμα, και ένας κόσμος ιλίγγου και πυρός
στου ονειροπόλου γεννιέται το μέτωπο:  
ήλιοι γαλάζιοι, πράσινοι ανεμοστρόβιλοι, ράμφη φωτός που τρυπάνε
κι ανοίγουνε τ’ άστρα σαν νά ’τανε ρόδια.  
ηλιοτρόπιο μονήρες, μάτι χρυσό που γυρνάει στο κέντρο μιας
καμένης σπιανάδας,  
δάση ηχηρά κρυστάλλινα, δάση αντιλάλων και απαντήσεων και
κυμάτων, διάλογος της διαφάνειας με άλλες   διαφάνειες,
ο άνεμος! καλπασμός υδάτων ανάμεσα στ’ ατέρμονα τείχη του
λαιμού ενός αεριωθούμενου,  
το άλογο, ο κομήτης, το πυροτέχνημα που πετυχαίνει την καρδιά
της νύχτας στο κέντρο, φτερά και σιντριβάνια,  
φτερά, μιά αιφνίδια ανθοφορία πυρσών, κεριά, φτερούγες, της
λευκότητας η κάθοδος,  
πουλιά των νησιών να κελαηδούν κάτω από του ονειροπόλου
το μέτωπο.  

Άνοιξα τα μάτια, τά ’στρεψα στον ουρανό, και πώς είχε σκεπαστεί
με άστρα η νύχτα είδα!  
Νησιά ζωντανά, βραχιόλια καιομένων νήσων, πέτρες να καίνε,
ν’ ανασαίνουν, συστάδες βράχων ζωντανών,  
κι όλες εκείνες οι πηγές, τί διαύγεια, τί κόμες πάνω σε μια μαύρη
ράχη,  
κι όλα εκείνα τα ποτάμια να χύνονται εκεί, κι εκείνος ο απόμακρος
ήχος του νερού κοντά στη φωτιά, του φωτός ο ήχος στη σκιά  
απέναντι!  
Άρπες, κήποι μόνο με άρπες!

Στο πλευρό μου όμως εγώ δεν είχα κανέναν.
Μόνο την πεδιάδα: κάκτοι, βάτοι, βράχοι θεόρατοι που έτριζαν
στον ήλιο από κάτω.  
Δεν τραγουδούσε ο γρύλλος,
υπήρχε μι’ αόριστη οσμή ασβέστη και καμένων σπόρων,
οι δρόμοι του χωριού είσαν τα ξεραμένα ρυάκια
κι ο αέρας σε χίλια θά ’σπαγε κομμάτια αν φώναζε κανείς:
Είναι κανείς εδώ;  
Λόφοι φαλακροί, ηφαίστειο ανενεργό, πέτρες και λαχάνιασμα
κάτω από την τόση λάμψη, ξεραΐλα, γεύση σκόνης,  
σούρσιμο ποδιών ξυπόλυτων στη σκόνη πάνω, κι ο πιπερόσχινος
στη μέση της πεδιάδας σαν απολιθωμένο σιντριβάνι!  

Πες μου, ξεραΐλα, πες μου, γη καμένη, γη οστέων αλεσμένων,
πες μου, σελήνη εσύ τα λοίθια πνέουσα:  
Νερό εδώ δεν έχει;
Άραγε μόνο αίμα υπάρχει εδώ, μόνο σκόνη, μόνο βήματα
υπάρχουνε από πόδια γυμνά πάνω στ’ αγκάθια,  
μόνο κουρέλια και τροφή εντόμων και λήθαργος στο βέβηλο
το μεσημέρι: στον χρυσό μας αρχηγό;  
Δεν υπάρχουν πια χλιμιντρίσματα αλόγων στου ποταμού τις όχθες,
ανάμεσα στα μεγάλα βότσαλα τα γλιστερά,  
στο έλος, κάτω απ’ το πράσινο των φύλλων φως και στις κραυγές
ανδρών και γυναικών που λούζονται το χάραμα;  
Πού είναι οι Θεοί; – το Καλαμπόκι, το Λουλούδι, το Νερό, το Αίμα –
οι Θεοί, η Παρθένος πού είναι;  
Πέθαναν όλοι τους; Έφυγαν; Σπασμένα σταμνιά μονάχα στο φιλιατρό
του στερεμένου πηγαδιού;  
Και μόνος ζωντανός ο βάτραχος; –
Μόνο ο γκριζοπράσινος βάτραχος λάμπει και φωτίζει του Μεξικού
τη νύχτα;  
Μόνο ο χοντρός αρχηγός της Τσεμποάλα είναι αθάνατος;

Νά ’ναι γονατιστός στο θείο δέντρο του νεφρίτη που ’χει ποτιστεί με
αίμα και δύο νεαροί σκλάβοι να του κάνουνε αέρα,  
νά ’ναι τις μέρες των μεγάλων λιτανειών επικεφαλής του χωριού και
ν’ ακουμπάει στο σταυρό: όπλο και βακτηρία του,  
με πανοπλία, με προσωπείο από σκαλισμένη πέτρα, και ν’ ανασαίνει
τον καπνό των πυροβολισμών σαν ακριβό θυμίαμα,  
ή να περνά σαββατοκύριακα στ’ οχυρωμένο σπίτι του, δίπλα στη
θάλασσα, με την αγαπημένη του μαιτρέσσα και με τα   διαμάντια
της όλα από νέον;  
Μόνο ο βάτραχος είναι εδώ αθάνατος;

Κοίταξ’ εδώ την πράσινη και κρύα οργή που ’χει για ουρά μαχαίρια
και γυαλιά κομμένα,  
κοίτα το σκυλί και το ψωριάρικό του αλύχτισμα,
τη σιωπηλή αγαύη, τη φραγκοσυκιά, τον ιριδισμένο κάκτο, δες το
άνθος που αιμορραγεί και μόνο για να αιμορραγεί   υπάρχει,
το άνθος με την κοφτερή και ανοξείδωτη γεωμετρία σαν όργανο
λεπτοφυές βασανισμών,  
κοίτα τη νύχτα με τα μεγάλα δόντια και το βλέμμα μαστίγιο, τη
νύχτα που σφάζει και γδέρνει μ’ ένα κοτρώνι αόρατο,  
άκου τα δόντια που συγκρούονται μεταξύ τους,
άκου τα κόκκαλα που συντρίβονται στα κόκκαλα,
το τύμπανο του ανθρώπινου δέρματος το βαράει το μηριαίον οστούν,
το τύμπανο του στήθος το βαράει η μανιασμένη φτέρνα,
το ταμ-ταμ των τυμπάνων στ’ αφτιά το βαράει ο ήλιος που παραληρεί,
κοίταξ’ εδώ τη σκόνη που σηκώνεται σαν κίτρινος άνακτας και
ξεριζώνει τα πάντα και χορεύει μόνος του μέχρι που   σωριάζεται
χάμω  
σαν δέντρο που του ξεράθηκαν οι ρίζες απότομα, σαν πύργος που τον
εγκρέμισε του ανέμ  ου μι’ ανάσα,
κοίτα τον άνθρωπο που πέφτει και σηκώνεται και τρώει σκόνη και
σέρνεται,  
το ανθρώπινο έντομο που σκάβει το βράχο και τρυπά τους αιώνες και
τρέμει στο φως,  
δες εδώ το σπασμένο βράχο, τον σπασμένο άνθρωπο, το φως το
σπασμένο.  

Μάτια ανοιχτά και μάτια κλεισμένα – το ίδιο κάνει;
Κάστρα ενδότερα που τα πυρπολεί ο στοχασμός για νά ’βγει κάτι
άλλο, καθαρότερο, στη θέση τους, όλο λάμψη και όλο   θάμπος,
σπόρος μιάς εικόνας που μεγαλώνει για να γίνει δέντρο που θα σπάσει
το κρανίο,  
λέξη που γυρεύει χείλη να την πούνε,
πάνω στην αρχαία ανθρώπινη πηγή έχουνε πέσει πέτρες μεγάλες,
αιώνες βράχοι, χρόνια πλάκες, λεπτά κοτρώνες έχουνε πέσει πάνω
στην πηγή την ανθρώπινη.  

Πες μου, ξεραΐλα, πέτρα γυαλισμένη απ’ το φαφούτη χρόνο,
απ’ τη φαφούτα πείνα,  
σκόνη αλεσμένη από δόντια που ’ναι αιώνες, από αιώνες που είναι
πείνες,  
πες μου, σπασμένη στάμνα που ’πεσες στη σκόνη, πες μου, σε ρωτώ,
γεννιέται φως αν θα τριφτεί κόκκαλο με κόκκαλο, άνθρωπος με
άνθρωπο, πείνα με πείνα,  
ίσαμε στο τέλος να πεταχτεί η σπίθα, η κραυγή, ο λόγος,
ίσαμε να τρέξει το νερό στο τέλος και να υψωθεί το δέντρο
πλατύφυλλο και τυρκουάζ;  

Πρέπει να κοιμόμαστε με μάτια ανοιχτά, να ονειρευόμαστε πρέπει
με τα χέρια μας,  
να ονειρευόμαστε τα όνειρα τα ενεργά του ποταμού που ψάχνει να
βρει το ρεύμα του, τα όνειρα του ήλιου που ονειρεύεται   τους
κόσμους του,  
πρέπει να ονειρευόμαστε μεγαλοφώνως, πρέπει να τραγουδάμε,
ώσπου να πετάξει ρίζες το τραγούδι μας, νά ’χει κορμό,   κλαδιά,
πουλιά και αστέρια,  
να τραγουδάμε μέχρι να γεννήσει το όνειρο στο πλάι του κοιμώμενου
το κόκκινο της αναστάσεως στάχυ,  
το νερό της γυναίκας, την πηγή για να πίνουμε και να κοιταζόμαστε
και ν’ αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και ν’   αναλαμβάνουμε,
την πηγή που μας λέει ότι είμαστε άνθρωποι, την πηγή που ομιλεί
κατά μόνας τη νύχτα και μας καλεί με τ’ όνομά μας,  
την πηγή των λόγων για να λέμε εγώ, εσύ, αυτός, εμείς, κάτω απ’ το
μεγάλο δέντρο, της βροχής το ζωντανό το άγαλμα,  
για να λέμε τις όμορφες αντωνυμίες, να γνωρίζουμε τον εαυτό μας
και νά ’μαστε οι πιστοί των ονομάτων μας,  
πρέπει να ονειρευόμαστε κατά πίσω, επί τας πηγάς, πρέπει να
ξανακυλήσουμε και να φτάσουμε πάνω ψηλά πίσω στους   αιώνες,
να πάμε πέρα από τη νηπιακή ηλικία, πέρα απ’ την αρχή, πέρα από
το νερό του μυστηρίου του βαπτίσματος,  
να γκρεμίσουμε τους τοίχους ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, να
ενώσουμε και πάλι ό,τι έχει χωριστεί,  
ζωή και θάνατος δεν είναι κόσμοι αντίθετοι, είμαστε ένας μόνος μίσχος
με δύο άνθη δίδυμα,  
πρέπει να ξεθάψουμε τον χαμένο λόγο, να ονειρευτούμε προς τα μέσα
και συνάμα προς τα έξω,  
ν’ αποκρυπτογραφήσουμε το τατουάζ της νύχτας και να κοιταχτούμε
ίσια με το μεσημέρι σκίζοντάς του τη μάσκα του,  
να λουστούμε στο φως του ήλιου και να γευτούμε καρπούς νυκτερινούς
και να συλλαβίσουμε τα γραπτά των ποταμών και των   αστέρων,
να θυμηθούμε τί λένε το αίμα και η παλίρροια, η γη και το κορμί, να
επιστρέψουμε στο σημείο εκκινήσεως,  
ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε πάνω ούτε κάτω, στο σταυροδρόμι εκείνο
απ’ όπου όλοι αρχίζουν οι δρόμοι,  
γιατί το φως τραγουδάει με φλίφλισμα νερών, με των φύλλων το
φλίφλισμα τραγουδάει το φως,  
και η αυγή γέμει καρπών, φιλιωμένες η μέρα και η νύχτα κυλούν μαζί
σαν ποταμός στεκάμενος,  
η μέρα και η νύχτα, ο ήλιος και η σελήνη χαϊδεύονται απαλά και αργά
σαν άντρας και γυναίκα ερωτευμένοι,  
σαν ένας ποταμός που κυλάει και κατεβάζει ακατάπαυστα κάτω από
αψίδες αιώνων τις εποχές και τους ανθρώπους,  
πέρα, στο ζωντανό κέντρο της αρχής, πιο πέρα, πιο πέρα ακόμα,
επέκεινα, και του τέλους και της αρχής επέκεινα.  

                    Μεξικό 1955



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


************************************************


EL CÁNTARO ROTO


La mirada interior se despliega y un mundo de vértigo y llama
  nace bajo la frente del que sueña:  
soles azules, verdes remolinos, picos de luz que abren astros
  como granadas,  
tornasol solitario, ojo de oro girando en el centro de una
  explanada calcinada,  
bosques de cristal de sonido, bosques de ecos y respuestas y
  ondas, diálogo de transparencias,  
¡viento, galope de agua entre los muros interminables de una
  garganta de azabache,  
caballo, cometa, cohete que se clava justo en el corazón de la
  noche, plumas, surtidores,  
plumas, súbito florecer de las antorchas, velas, alas, invasión
  de lo blanco,  
pájaros de las islas cantando bajo la frente del que sueña!

Abrí los ojos, los alcé hasta el cielo y vi cómo la noche
  se cubría de estrellas.  
¡Islas vivas, brazaletes de islas llameantes, piedras ardiendo,
  respirando, racimos de piedras vivas,  
cuánta fuente, qué claridades, qué cabelleras sobre una
  espalda oscura,  
cuánto río allá arriba, y ese sonar remoto de agua junto
  al fuego, de luz contra la sombra!  
Harpas, jardines de harpas.

Pero a mi lado no había nadie.
Sólo el llano: cactus, huizaches, piedras enormes que estallan
  bajo el sol.  
No cantaba el grillo,
había un vago olor a cal y semillas quemadas,
las calles del poblado eran arroyos secos
y el aire se habría roto en mil pedazos si alguien hubiese
  gritado: ¿quién vive?  
Cerros pelados, volcán frío, piedra y jadeo bajo tanto esplendor,
  sequía, sabor de polvo,  
rumor de pies descalzos sobre el polvo, ¡y el pirú en medio
  del llano como un surtidor petrificado!  

Dime, sequía, dime, tierra quemada, tierra de huesos remolidos,
  dime, luna agónica,  
¿no hay agua,
hay sólo sangre, sólo hay polvo, sólo pisadas de pies desnudos
  sobre la espina,  
sólo andrajos y comida de insectos y sopor bajo el mediodía impío
  como un cacique de oro?  
¿No hay relinchos de caballos a la orilla del río, entre las grandes
  piedras redondas y relucientes,  
en el remanso, bajo la luz verde de las hojas y los gritos de
  los hombres y las mujeres bahándose al alba?  
El dios-maíz, el dios-flor, el dios-agua, el dios-sangre, la Virgen,
¿todos se han muerto, se han ido, cántaros rotos al borde
  de la fuente cegada?  
¿Sólo está vivo el sapo,
sólo reluce y brilla en la noche de México el sapo verduzco,
sólo el cacique gordo de Cempoala es inmortal?

Tendido al pie del divino árbol de jade regado con sangre,
  mientras dos esclavos jóvenes lo abanican,  
en los días de las grandes procesiones al frente del pueblo,
  apoyado en la cruz: arma y bastón,  
en traje de batalla, el esculpido rostro de silex aspirando
  como un incienso precioso el humo de los fusilamientos,  
los fines de semana en su casa blindada junto al mar, al lado
  de su querida cubierta de joyas de gas neón,  
¿sólo el sapo es inmortal?

He aquí a la rabia verde y fría y a su cola de navajas
  y vidrio cortado,  
he aqui al perro y a su aullido sarnoso,
al maguey taciturno, al nopal y al candelabro erizados, he
  aquí a la flor que sangra y hace sangrar,  
la flor de inexorable y tajante geometría como un delicado
  instrumento de tortura,  
he aquí a la noche de dientes largos y mirada filosa, la noche
  que desuella con un pedernal invisible,  
oye a los dientes chocar uno contra otro,
oye a los huesos machacando a los huesos,
al tambor de piel humana golpeado por el fémur,
al tambor del pecho golpeado por el talón rabioso,
al tam-tam de los tímpanos golpeados por el sol delirante,
he aqui al polvo que se levanta como un rey amarillo y todo
  lo descuaja y danza solitario y se derrumba  
como un árbol al que de pronto se le han secado las raíces, como
  una torre que cae de un solo tajo,  
he aquí al hombre que cae y se levanta y come polvo y se arrastra,
al insecto humano que perfora la piedra y perfora los siglos y
  carcome la luz,  
he aquí a la piedra rota, al hombre roto, a la luz rota.

¿Abrir los ojos o cerrarlos, todo es igual?
Castillos interiores que incendia el pensamiento porque otro más
  puro se levante, sólo fulgor y llama,  
semilla de la imagen que crece hasta ser árbol y hace estallar
  el cráneo,  
palabra que busca unos labios que la digan,
sobre la antigua fuente humana cayeron grandes piedras,
hay siglos de piedras, años de losas, minutos espesores sobre
  la fuente humana.  

Dime, sequía, piedra pulida por el tiempo sin dientes, por el
  hambre sin dientes,  
polvo molido por dientes que son siglos, por siglos que
  son hambres,  
dime, cántaro roto caído en el polvo, dime,
¿la luz nace frotando hueso contra hueso, hombre contra
  hombre, hambre contra hambre,  
hasta que surja al fin la chispa, el grito, la palabra,
hasta que brote al fin el agua y crezca el árbol de anchas
  hojas de turquesa?  

Hay que dormir con los ojos abiertos, hay que soñar
  con las manos,  
soñemos sueños activos de río buscando su cauce, sueños de sol
  soñando sus mundos,  
hay que soñar en voz alta, hay que cantar hasta que el canto eche
  raíces, tronco, ramas, pájaros, astros,  
cantar hasta que el sueño engendre y brote del costado del dormido
  la espiga roja de la resurrección,  
el agua de la mujer, el manantial para beber y mirarse y reconocerse
  y recobrarse,  
el manantial para saberse hombre, el agua que habla a solas en la
  noche y nos llama con nuestro nombre,  
el manantial de las palabras para decir yo, tú, él, nosotros, bajo el
  gran árbol viviente estatua de la lluvia,  
para decir los pronombres hermosos y reconocernos y ser fieles a
  nuestros nombres  
hay que soñar hacia atrás, hacia la fuente, hay que remar
  siglos arriba,  
más allá de la infancia, más allá del comienzo, más allá de las
  aguas del bautismo,  
echar abajo las paredes entre el hombre y el hombre, juntar de
  nuevo lo que fue separado,  
vida y muerte no son mundos contrarios, somos un solo tallo
  con dos flores gemelas,  
hay que desenterrar la palabra perdida, soñar hacia dentro y
  también hacia afuera,  
descifrar el tatuaje de la noche y mirar cara a cara al mediodía
  y arrancarle su máscara,  
bañarse en luz solar y comer los frutos nocturnos, deletrear la
  escritura del astro y la del río,  
recordar lo que dicen la sangre y la marea, la tierra y el cuerpo,
  volver al punto de partida,  
ni adentro ni afuera, ni arriba ni abajo, al cruce de caminos,
  adonde empiezan los caminos,  
porque la luz canta con un rumor de agua, con un rumor de
  follaje canta el agua  
y el alba está cargada de frutos, el día y la noche reconciliados
  fluyen como un río manso,  
el día y la noche se acarician largamente como un hombre y
  una mujer enamorados,  
como un solo río interminable bajo arcos de siglos fluyen las
  estaciones y los hombres,  
hacia allá, al centro vivo del origen, más allá de fin y comienzo.


Δεν υπάρχουν σχόλια: