Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ



          Εις μνήμην Κ.Π.Καβάφη
  Με τη θάλασσα στην ακτή γύρω-γύρω
τινάζεται η άσφαλτος σε σπείρες απαστράπτουσες
και σταματάει σ’ ένα πλάτωμα από κοκκινόχωμα
με καφενεδάκια κάτω από γαλάζια πλατάνια.
Στο μενεξεδί λυκόφως το ιερό πρόσωπο
του γέρου φελάχου λάμπει σαν μούμια,
ενώ τα ξερά του, σαν βερνικωμένα, χέρια
βυθίζονται σε νύστα κεχριμπαρένια.
Με φλιτζάνια που καπνίζουν πάνω σε ασημένιο δίσκο
ένα παιδί-υπηρέτης με προφίλ Αλέξανδρου,
όμως με χρώμα μελαχρινό, δρασκελίζει ξύλινο γεφύρι
και σε σοκάκι με πρόσωπο Μεφιστοφελή
(ή καλύτερα, σε σκοτεινό διάδρομο που φωτίζει
τις ξεβαμμένες σοφίτες όπου κουρνιάζουν τα νυχτοπούλια)
κουνάει ένα λυγερό κορμάκι με φέσι.
Και με πέτρινο χέρι φυλάει τον δίσκο.
Πνιγερή πνοή αποικιακών ειδών
μέσα στα πολύχρωμα ξεσπάσματα της αγοράς
και στις γωνιές της νεκρής συνοικίας
μια θα φανώ, μια θα κρυφτώ.
Μάλιστα, πολύ παράξενο! Πώς από τη σειρά αυτή
των εμπορικών γραφείων στο μισοσκόταδο
βρήκε δρόμο ο υπάλληλος-ποιητής
προς την πολυπόθητή μας Ιθάκη;



1 Το ποίημα είναι δημοσιευμένο στην Ανθολογία καβαφογενών ποιημάτων, εκδ. Κέντρου ελληνικής γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2000. 



Μετάφραση από τα βουλγάρικα:  Ζντράβκα Μιχάιλοβα 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: