Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ο κύκλος της σιωπής.



            Τα λάστιχα ούρλιαξαν, θαρρείς προσπαθούσαν με τον οξύ ήχο να αγκιστρωθούν στη μαύρη άσφαλτο. Μάτια όμως, η τύχη τον είχε εγκαταλείψει στην προηγούμενη στροφή, τα φρένα, τα λάστιχα και η άσφαλτος τον πρόδωσαν. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί μπροστά από το αυτοκίνητο, στο πλάι του δρόμου, πάνω στο γυμνό δέντρο που έστεκε σ’ εκείνο το σημείο υπομονετικά πολλά χρόνια. Τα χέρια του είχαν γίνει ένα με το τιμόνι που πια δεν τον υπάκουε, όλα έμοιαζαν θολά, σαν κουνημένη φωτογραφία τις ελάχιστες στιγμές που κράτησε όλο τούτο. Μετά από λίγο τα λάστιχα στριφογύριζαν ανεξέλεγκτα στο σκούρο φόντο του ουρανού κι ο κρύος αέρας που μπήκε μέσα από τα σπασμένα τζάμια τον πάγωσε σύγκορμο. Όλα έμοιαζαν πιο σκοτεινά τώρα πια.
            Κάποια στιγμή κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του, δεν πονούσε, ένιωθε μόνο το κρύο εκείνης της χειμωνιάτικης νύχτας να του γεμίζει τις αισθήσεις. Παραξενεύτηκε γιατί όλα γύρω του ήταν φωτεινά, θολά αλλά φωτεινά, υπέθεσε ότι είχε περάσει πολύ ώρα από τη στιγμή της σύγκρουσης και είχε ξημερώσει. Κοίταξε ολόγυρα αλλά δεν είδε πουθενά το αυτοκίνητο, τότε συνειδητοποίησε πως κάτι δεν ήταν σωστό, ούτε καν τον εαυτό του δεν μπορούσε να δει, τα χέρια του, τα πόδια του, το σώμα του, τίποτα απολύτως. Κι όμως δεν ανησύχησε, μια απέραντη γαλήνη τον έκανε να νιώθει ανάλαφρος, σαν να μην πατούσε στη γη. Το λεπτό εκείνο όλα ξεκαθάρισαν μεμιάς. Τα πάντα ολόγυρα ήταν άσπρα εκτός από ένα σημείο μπροστά του που ήταν μαύρο και ξεχώριζε. Προχώρησε για να διακρίνει καλύτερα αυτό που έβλεπε κι όσο πλησίαζε ένας μαύρος κύκλος όλο και μεγάλωνε. Μόλις έφτασε μπροστά του διέκρινε λεπτές διαχωριστικές γραμμές να δημιουργούν μέσα του μικρά κομμάτια, έμοιαζε σαν ακανόνιστο ψηφιδωτό. Του φάνηκε περίεργο και πλησίασε λίγο πιο κοντά, άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και μέσα σ’ ένα κομμάτι του κύκλου σχηματίστηκε η μορφή του Γιάννη, ενός συμμαθητή του από το σχολείο. Η ανάγλυφη φιγούρα ήταν το μοναδικό πράγμα που ξεχώριζε, όλα τα υπόλοιπα έμοιαζαν να έχουν μόνο δυο διαστάσεις. Το πρόσωπο του ξεχασμένου φίλου του γύρισε απότομα και τον κοίταξε με σχηματισμένο στο βλέμμα ένα μεγάλο γιατί. Θυμήθηκε πως κάποτε, όταν ήταν ακόμα στο δημοτικό σχολείο, είχε κρύψει το τετράδιο του Γιάννη ο οποίος τιμωρήθηκε από το δάσκαλο νομίζοντας ότι έλεγε ψέματα όταν το μικρό παιδί επέμενε πως είχε γράψει την εργασία αλλά το τετράδιό του είχε μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Τον έπιασαν τύψεις γι’ αυτό που είχε κάνει τότε, προσπάθησε να του μιλήσει, να του ζητήσει συγνώμη, να εξιλεωθεί. Δεν είχε όμως φωνή και τότε κατάλαβε πως κανένας ήχος δεν υπήρχε γύρω του, όλα ήταν σιωπηλά. Έκλαψε, ήθελε τόσο πολύ να απολογηθεί αλλά δεν είχε φωνή. Έκλεισε τα μάτια του, έφερε τα χέρια του στο υγρό από τα δάκρυα πρόσωπό του κι έπεσε στα γόνατα, ικέτης της συγχώρεσης. Πέρασε πολύ ώρα μέχρι να σταματήσει το κλάμα και να ανοίξει τα μάτια του. Ο Γιάννης είχε εξαφανιστεί, το κομμάτι εκείνο του κύκλου δεν υπήρχε πια, τα διπλανά κομμάτια είχαν μεγαλώσει λίγο και είχαν καλύψει το κενό. Το άσπρο γύρω του έμοιαζε να έχει γίνει λίγο πιο σκούρο, αλλά υπέθεσε ότι κάνει λάθος, ότι μάλλον τα υγρά του μάτια του έκαναν παιχνίδια.
            Φοβήθηκε και προσπάθησε να φύγει μακριά από τον κύκλο. Όσο κι αν προσπάθησε όμως δεν τα κατάφερε, ο κύκλος ήταν πάντα εκεί, δίπλα του, αυτός και ο κύκλος σε δύο διαστάσεις από τις οποίες δεν μπορούσε να ξεφύγει. Κάτι διέκρινε με την άκρη του ματιού του, κάτι ξεχώριζε πάλι από τον κύκλο. Κοίταξε και είδε την Αγγελική, την κοπέλα που είχε σχέση όταν ήταν φοιτητής και που την έδιωξε μακριά του χωρίς να της δώσει καμία εξήγηση. Τον κοίταξε λυπημένη με τα μάτια της να έχουν σχηματίσει ένα μεγάλο γιατί. Συγκλονίστηκε, είχε το ίδιο βλέμμα με το Γιάννη. Λυπήθηκε, ήθελε να τις εξηγήσει, να της ζητήσει συγνώμη, αλλά μέσα στην απέραντη σιωπή δεν έβγαινε κανένας ήχος από μέσα του. Άρχισε πάλι να κλαίει, έπιασε ξανά το υγρό πρόσωπό του, συγκλονίστηκε, ένιωσε να πνίγεται που δεν μπορούσε να απολογηθεί, να της μιλήσει. Συντετριμμένος, άνοιξε τα μάτια του μετά από λίγη ώρα και είδε το τμήμα εκείνο του παζλ μαζί με την Αγγελική να πετάγονται έξω από τον κύκλο με μια αργή κίνηση και να χάνονται ομοιόμορφα μέσα στο άσπρο ολόγυρά του κάνοντάς το έναν τόνο πιο σκούρο.  
Δεν άντεχε να δει ξανά στο παρελθόν και με μια απότομη κίνηση έκανε μεταβολή. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο κύκλος ήταν πάλι μπροστά του! Είχε παγιδευτεί στον κόσμο των δυο διαστάσεων και δεν ήξερε πώς να ξεφύγει. Έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπει κι όμως μετά από λίγο το βλέμμα του ήταν καρφωμένο ξανά στο μαύρο κύκλο. Ο ένας μετά τον άλλον, όσοι είχαν αδικηθεί από εκείνον ξεπρόβαλλαν ανάγλυφα κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Κι όλοι είχαν την ίδια ερώτηση να του κάνουν. Γιατί; Σε κανέναν δεν μπόρεσε να απαντήσει, παρά μόνο έκλαιγε και δάκρυζε. Κάθε ψηφίδα που έβγαινε από τον κύκλο διαλυόταν μέσα στο άσπρο ολόγυρα και το σκούραιναν όλο και πιο πολύ. Τα κομμάτια του κύκλου που παρέμεναν γινόταν όλο και πιο μεγάλα, όσο πιο μεγάλο ήταν και το κακό που είχε κάνει. Τόσο μεγάλωνε και ο πόνος μέσα του, η βουβή του μετάνοια τον έκανε να νιώθει πως θα διαλυθεί.
Όταν και το τελευταίο κομμάτι του ψηφιδωτού βγήκε από τον κύκλο, το άσπρο έξω από αυτόν ήταν πια πολύ σκούρο, ένας τόνος ξεχώριζε το μέσα με το έξω. Αδύναμος και εξουθενωμένος πλησίασε όσο ποτέ πριν το μαύρο. Αυτή τη φορά ο κύκλος ήταν ενιαίος, τίποτα δεν τον χώριζε εσωτερικά. Κοίταξε αλλά καμία μορφή δεν ξεπετάχτηκε. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, πάλι τίποτα. Άλλο ένα…, ξανά τίποτα. Ακούμπησε τον κύκλο κι εκείνος μονομιάς τον τράβηξε μέσα του. Τον παγίδευσε, δεν μπορούσε να βγει και μέσα στο μαύρο δεν μπορούσε πια να διακρίνει τίποτα. Άρχισε να αγωνιά, εκείνο το παγερό αεράκι έμοιαζε πιο κρύο τώρα. Η σιωπή είχε κατακλίσει κάθε στοιχείο της ύπαρξής του. Αυτό ήταν, είπε μέσα του αλλά τη στιγμή που ήταν έτοιμος να παραδώσει την ύπαρξή του άνευ όρων εμφανίστηκε μπροστά του ένας καθρέφτης που φωτιζόταν από ένα απροσδιόριστο φως. Είδε τον εαυτό του να αντανακλάται στη γυαλιστερή επιφάνεια, πρόσεξε ότι το είδωλό είχε βλέμμα πολύ αυστηρό. Τη στιγμή εκείνη κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να κάνει την αυτοκριτική του. Το κλάμα πριν είχε διώξει από μέσα του το βάρος, αλλά τώρα έμοιαζε να είναι πιο βαρύς από ποτέ. Άρχισε ένα σιωπηλό διάλογο με τον εαυτό του. Ήταν ταυτόχρονα δικαστής και κατηγορούμενος, δεν μπορούσε να κρυφτεί από τον ίδιο κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο καθαρτήριο, το συνειδητοποίησε όταν ένιωσε τα δακρυσμένα του μάτια. Άρχισε να απολογείται χωρίς περιστροφές, ήξερε άλλωστε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο. Ο καθρέφτης τον κοιτούσε με το παγερό ύφος του εισαγγελέα χωρίς ίχνος αισθήματος. Πέρασαν αρκετές ώρες, μπορεί να πέρασαν και μέρες, είχε χαθεί μέσα στην απολογία του και ο χρόνος ήταν πια ασήμαντος. Ίσως όχι ασήμαντος αλλά ανύπαρκτος. Μαζί την απουσία ήχων κατάλαβε ότι απουσίαζε και ο χρόνος! Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Η απολογία τελείωσε και τον βρήκε τόσο αδύναμο που μάλλον η ανάσα του πρέπει να ήταν αμφίβολο αν συνέχιζε κανονικά το ρυθμό της. Ο δικαστής από την άλλη πλευρά του καθρέφτη είχε κιόλας το πόρισμα έτοιμο. Αλλά δεν μπορούσε να του το πει, κανένας ήχος δεν μπορούσε να παραχθεί σ’ αυτόν τον κόσμο των δυο διαστάσεων. Του έκανε νόημα να πλησιάσει. Εκείνος ακούμπησε το αυτί του στον καθρέφτη, αλλά αντί να ακούσει την ετυμηγορία βρέθηκε ξαφνικά έξω από τον κύκλο που άρχισε να διαλύεται και να ενσωματώνεται μέσα στον περιβάλλοντα χώρο. Αυτή τη φορά όμως αντί να γίνουν όλα μαύρα άρχισαν σιγά σιγά να γίνονται όλο και πιο φωτεινά. Εκείνο το κρύο που του πάγωνε την ύπαρξη άρχισε να φεύγει, έδινε τη θέση του σε μια γλυκιά ζέστη. Κι ο βουβός κόσμος άρχισε να έχει ήχο! Άκουσε ένα ρυθμικό μεταλλικό ήχο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Το θολό περιβάλλον άρχισε να γίνεται πιο ξεκάθαρο και να αποκτά τρεις διαστάσεις ή έτσι του φάνηκε. Ξεχώρισε δυο φιγούρες. Ξαφνικά άκουσε μια γυναικεία φωνή.
«Ντίνα, κοίτα, ο αδερφός σου άνοιξε τα μάτια του, τρέξε γρήγορα και φέρε το γιατρό!»
Είδε τη μια φιγούρα να τον πλησιάζει κι ένιωσε να του σφίγγουν τα δυο του μπράτσα.

            «Είσαι καλά Νίκο αγόρι μου; Με ακούς; Η μάνα σου είμαι…»



Ο Κώστας Θερμογιάννης γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1973. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και τώρα ζει και εργάζεται στη Λαμία. Η μεγάλη του αγάπη είναι η οικογένειά του, η γυναίκα και τα δυο του παιδιά. Και η ελευθερία που χωρίς αυτή θεωρεί πως τίποτα δεν είναι δυνατόν.
Ξεκίνησε δειλά να γράφει και να εκφράζει τις σκέψεις του τον Οκτώβριο του 2010 στο ιστολόγιο teleytaios.wordpress.com με το προσωνύμιο ‘Τελευταίος’ ενώ τον Οκτώβριο του 2012 τα λογοτεχνικά κείμενά του φιλοξενούνται στο ‘Εν θερμώ’ (www.nthermo.com). Το Μάρτιο του 2013 δημιούργησε τοβιβλίο.net, ένα χώρο που ο κάθε δημιουργός μπορεί να παρουσιάσει το έργο του χωρίς καμία παρέμβαση, ελεύθερα και με τον τρόπο που εκείνο θέλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: