Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Τα πουλιά μας


Το σχέδιο παίρνει μορφή,
ένα κλαδί από αγιάζι
απομακρύνεται απ’ το τζάμι
και γέρνει με τα λουλούδια του βαριά
προς τα χόρτα
ακόμα κι η νύχτα υποκύπτει
στο ψεύτικο ξημέρωμα μιας μαβιάς σελήνης,
αρρωστημένης
η εξοχή έχει
την απαλότητα του βελούδου, ανάμεσα
στα μαύρα δέντρα, εκεί όπου το χιόνι
κρατά ακόμα, τα πουλιά
πολύ άρτια ζωγραφισμένα
ξεκινάν να κελαϊδούν κοντά
έπειτα πιο μακριά,
τραγουδούν κι η μέρα υποκρίνεται
αυτή την αντιστροφή.

η χλόη είναι καλυμμένη
με σχιστόλιθους
και με φόντο τη βροχή, ο κήπος
κουβαλά το ραγισμένο κορμό
της αχλαδιάς
πού θα μπορούσε να ‘ναι η αυγή;
ένα θρόισμα
στο σεντόνι της εξοχής
η μετακίνηση
του απαλού πεπλού
ζωντανεύει
τους αυλόγυρους των σπιτιών
ή μήπως είναι το πέταγμα
των ζωντανών πουλιών;
Στην ασπίδα πάνω
του πεσμένου στρατιώτη
ειναι ζωγραφισμένη η Μοίρα:
ορίστε τα λουλούδια της Λήθης,
του ύπνου
και του μουδιάσματος,
το βελούδο απαστράπτον ερεθίζει
την κουρασμένη παλάμη
Μαύρο,
Άσπρο:
παιχνίδι της ντάμας με ανακατωμένα
γράμματα
σ’ ένα διήγημα,
που νομίζουν
ότι το πρωί
δεν έχει
παρά
τη νυχτερινή παγωνιά
και καμία απολύτως ηρεμία

η εραλδική
εικόνα
κουβαλά
τον ραγισμένο κορμό
σ’ ένα φόντο,
από άμμο,
όπου το κόκκινο
αίμα το έχουν πιεί,
όπου η καταιγίδα,
σιωπηλή και βίαιη,
με τη ζωώδη ανάσα της
χάλασε το σεντόνι
της σελήνης
αποκαλύπτωντας έτσι τις λέξεις: Πόνος,
Χαρά και σαγήνευσε τα ζωντανά
χέρια μας.

Μετάφραση Αγγελική Δημουλή

Δεν υπάρχουν σχόλια: