Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Mετακινήσεις (Βασισμένο στο έργο του Στηβ Ράιχ, Σε διάφορα τραίνα) 1. Αμερική - πριν τον πόλεμο


Πάντα εκείνος ο άνδρας να δουλεύει, απέναντί μου
δεν κοιτάζει τη βροχή, τα αυλάκια της
πάνω στο τζάμι που θολώνουν το τοπίο,
την εξοχή, αυτό το βράδυ...
άραγε να ‘ναι πρόσωπο εκείνη η αντανάκλαση που διαφαίνεται στο σκοτεινό τζάμι;
άραγε είναι αληθινό το τοπίο που περιστρέφεται έτσι,
σαν μπομπίνα
που τελειώνει και διαχέεται σε σύννεφα από μελάνι;

Στην αίθουσα προβολής, συνέχεια
σε άσπρο και μαύρο, εικόνες διάστικτες, σκιώδεις, ριγέ,
τώρα πια μετατοπισμένες,
Ο άντρας που γελά,
το παιδί,
το χιόνι, τα γυμνά του πόδια,
το σταθερό γέλιο του
ακόμα και μέσα στον πόνο
και η οδύνη,
η μηχανή προβολής χαλάει,
η ταινία μασιέται, λιώνει, τεντώνει, διπλώνεται
η οθόνη κατασπαράσσεται απ’ το φως
το φίλμ πήρε φωτιά...

Ξαναπαίρνει το δρόμο της παιδικής του ηλικίας: προς το Νότο, προς τη Δύση,
άλλοτε από τη Νέα Υόρκη προς το Σικάγο,
ένα πεπρωμένο αφιερωμένο στους δρόμους
πάει αντίθετα σ’εκείνους που πήγαιναν στο νότο,
ή που προχωρούσαν προς τη δύση
και οι περιπλανώμενοι εργάτες, ποια έλλειψη αποφάσιζε για τη φυγή τους
πώς κρεμάστηκαν
στο τραίνο
και στο ρυθμικό του χτύπημα;

Στο δρόμο τα μονοπάτια που αφήνουμε διαχέονται,
και οι κραυγές δεν είναι πια αυτές των ζώων 
που θηρεύονται στην έρημο και στα βουνά,
αλλά είναι αυτές του ανέμου.

Τα ζώα κρύφτηκαν, μακριά
απ’αυτά τα μονοπάτια, μακριά απ’ τις ράγιες που οδηγούνε
σε ανθρώπινες συγκεντρώσεις
-κάποια έχουν αιχμαλωτιστεί, έχουν βασανιστεί, έχουν φαγωθεί,
ή καλοαναθρεμμένα σε καθεστώς αιχμαλωσίας,
βασανισμένα, ακρωτηριασμένα-
εκεί που τα όντα συναντιώνται, δουλεύουνε, πολλαπλασιάζονται
στη δυστυχία της επανάληψης.

Ωστόσο, πάνω στην ταπετσαρία, ένα ειρηνεμένο λιβάδι σπαρμένο με λουλούδια
τα ζώα χαμογελούν: 
μονόκερος και λαγοί,
πουλιά...

Υπάρχει μια κατεύθυνση: τι σημαίνουν
αυτά τα ονόματα των πόλεων
γι’αυτόν που τα λέει:

-Σικάγο, Νέα Υόρκη

πότε η μνήμη
και η φωνή αντηχούνε;
Ποιά να ‘ναι τώρα η ηχώ τους;
...μπορούμε να μετρήσουμε τα κύματα;
...
Στα γόνατά σου,  εκείνο το βιβλίο, η διαδρομή των γραμμών,
κέντημα των βίων, κάρτες σβησμένες, διπλωμένες, χαλασμένες
απ’αυτά τα πήγαιν-έλα 
διασχίζοντας το τοπίο
-Αλλά απ’ τη μια κι απ’ την άλλη πλευρά των αποβάθρων
ζει ό, τι ξεφεύγει απ’την ευθύγραμμη πορεία,
απ’την πλευρά των δασών, απ’ την πλευρά των βουνών
και των πηγών,
ποια ζωή διαφεύγει ακόμα;

Το ρεύμα αυτού του ποταμού δεν δονεί πια αυτή τη νέα 
βιομηχανική περιοχή, δε δίνει πια ζωή ούτε μέθη 
ούτε ευνοεί την εγκατάλειψη του ταξιδιού
προς το δέλτα, προς τον κόλπο,
...
Στο καθημερινό σου μονοπάτι (τι σημαίνει καθημερινό;)
ποια η ποικιλία στην επανάληψη;
Διάφορα τραίνα οδηγούν πέρα απ’ τις καταιγίδες.
το να τα βλέπεις να περνούν δεν σε κάνει να καταλαβαίνεις το γιατί...
Εκεί, σφυρίχτρες της προόδου, 
ράγιες, κι αυτό το συγκεκομμένο χτύπημα...
Κατευθύνσεις: απ’ το ένα σημείο στ’ άλλο,
μπαίνουν κατ’ επέκταση
πώς λοιπόν να τις αντιμετωπίσουμε...;
ίσως πηγαίνοντας προς την ευτυχία...
πώς λάμπει ο ήλιος;
σήμερα, ή
μήπως βρέχει;
...αύριο...
αλλά εσύ,
είσαι δυό φορές ο ίδιος;

Η τροχιά,
είναι ήδη χαραγμένη,
κομμένη στα δάση, στις πέτρες
στο χώμα και στις ζωές των ανθρώπων
και ‘μεις προχωράμε προς αυτή την αραίωση 
σ’αυτό το τέλος
στους μεγάλους δρόμους ανάμεσα στα κτήρια
που πυκνώνουν πολύ ή λίγο ανάλογα με τις  αντανακλάσεις
στο γυαλί, στο μέταλλο,
στην πορεία των σύννεφων

...στην ενέδρα των υψών, αλλά πάντοτε στο ποικιλόχρουν φως
και ο άνεμος,
που έρχεται απ’ τη θάλασσα 
φτάνει σ’αυτό το ειρηνικό νησί
που λαμβάνει και που δίνει κι όπου η παραμικρή αντίφαση
      δεν είναι, στη Μπριγιάν Σκουέαρ,
      η περιστροφή των κλαδιών των δέντρων στις κάθετες και οριζόντιες γραμμές
      των κτηρίων,
      ή αυτοί οι γερανοί από μακριά που ανεβαίνουν ακόμα πιο ψηλά
και σε κάθε τους κίνηση αναπτύσσουν τον ουρανό, τα πάρκα, τους ίσκιους
και οι εκκλησίες ανοιχτές στον διερχόμενο δρόμο φωτίζονται
το βράδυ.
Τα ταξί κίτρινα γλιστράνε, αργά, 
και το πλήθος πάει με τα πόδια
ανάμεσα στις φωτισμένες βιτρίνες...

Να, τα μικροσκοπικά γιαπωνέζικα δώρα,
αυτά νέα τα φρούτα, πιο ζαχαρωμένα, τεχνητά
που λιώνουν στα χείλη σαν το φιλί 
των λουλουδιών
και τα μπουκέτα τους,
στο υπόγειο, στο ημίφως
του εστιατορίου,
στην ισχνότητα των κλαριών
διατεταγμένα,

άλλά όλα αυτά δεν είναι παρά αναμνήσεις παλιές,
(θυμάσαι εκείνη τη χάρτινη μάσκα;)
-πριν την επιτάχυνση, τον κίνδυνο-
που ταξιδεύουν και εναλλάσσονται: λόγια, γράμματα, κάρτες, φωτογραφίες..
ορίστε ένα νέο έτος στο οποίο η πρόοδος μας οδήγησε...
Κριστάλ Παλάς και Κτήριο της Κράισλερ...
είμαστε καλά μετά την ανεμελιά...
κι ανεβαίνουμε,
      -Εμπάιερ Στέιτ Μπίλντινγκ
      πολύ ψηλά, για να δούμε
      το ναυαγισμένο πλήθος, κάτω,
ή να επισκεφτούμε το μουσείο
όπου αναβοσβήνει το μοντέλο, ένα τεράστιο παιχνίδι:
μπορούμε να στριφογυρίζουμε σ’αυτή την πόλη-μινιατούρα,
ο χρόνος περνά και η μέρα με τη νύχτα εναλάσσονται, φωτίζεται,
έπειτα σκοτεινιάζει,
τρεμάμενη από ηλεκτρική ζωή

Πρόσφυγες σ’ αυτά τα σύνορα
του κόσμου 
ή άστεγοι,
τυφλοί,
χτυπάμε στα χωρίσματα
-πικρή όχθη,
που είχε στο στόμα τη γεύση μιας υπόσχεσης,
σε μια άλλη γλώσσα.

Πού πρέπει να είμαστε για να δούμε πάλι 
να εναλλάσσονται οι ήλιοι και οι νύχτες;
Ναυαγοί,
ναυαγοί  στη Νέα Ορλεάνη, ναυαγοί
στη Νέα Υόρκη,
και όχι πια μόνο στο νησί το αποκλεισμένο απ’ τις θαλάσσιες οδούς,
ναυάγιο που συνέβη στον καθένα από μας
πορώδη τειχώματα, ιστοί,
ανεμοδείκτες ευαίσθητοι στις κραυγές, στις λάμψεις
των φάρων,
άνθρωποι,
ζώα
τώρα τρελάθηκαν...

ένα καγκουρό στέκεται, με 
τα μάτια γουρλωμένα και τα σαγόνια ορθάνοιχτα, ακινητοποιημένο
απ’τη δέσμη που το σταμάτησε
μέσα στη νύχτα...



Μετάφραση Αγγελική Δημουλή




Δεν υπάρχουν σχόλια: