Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Η Ουλή

 


Σε κάθε άνθρωπο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
σε κάθε φίλο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
για να μπορεί να μας καταλαβαίνει,
μα η γλώσσα η προσωπική είναι τόσο πιστή στον εαυτό της,
τόσο ανεπικοινωνιακή
που οι λέξεις είναι σαν τα φέρετρα
και μονάχα μεταφέρουν από άνθρωπο σ’ άνθρωπο
την σκαλωσιά τους που ξεψυχάει
το απόθεμά τους σιωπής
και το ρόγχο τους,
όπως εκείνο το πρωί όπου
με το που κάθισα στο λεωφορείο
είδα στο πλάι μου ένα αρχαίο ρωμαϊκό νόμισμα
ένα μετάλλιο
ή μια ταφόπλακα
που μιλούσε μασώντας τις λέξεις:
ήταν μια αγρότισσα ήδη απορροφημένη
από την κακοκαιρία της νύχτας στα ψαχτά
και της ζωής στα τυφλά,
που με κοιτούσε με λιγάκι πένθος στα μάτια
σαν να ήθελε να με ντύσει καλύτερα
κι εγώ δεν ήξερα να της αποκριθώ,
κι εγώ σώπαινα δίπλα της
γιατί η προσωπική μου γλώσσα είναι τεχνητή,
λογοτεχνίζουσα κι εμφατική,
κι όπως δεν μου χρειάζεται για να μιλάω μ’ έναν εργάτη ή ένα παιδί,
κι όπως δεν μπορεί να μου δώσει άφεση
φορές πρέπει να την κρύβω όπως κρύβεται το χρήμα στο πορτοφόλι,
φορές πρέπει να σωπαίνω
όπως έκανα τότε,
νιώθοντας ξαφνικά
την έλλειψη επικοινωνίας
ίδια με το φτερούγισμα μιας νυχτερίδας
με το χτύπημά της από κουρέλι
και την αηδία της απλωμένη πάνω στο πρόσωπο
όπου το χείλος που σωπαίνει μετατρέπεται σιγά σιγά σε ουλή.



Δεν υπάρχουν σχόλια: