Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

το Βυσινί Μολύβι





Όταν θα κάνεις νούμερα
να κάθομαι στο αντικρινό τραπέζι
μπρος στο γλυκό σου κούνημα
μες στα βιολιά και στα μπουζούκια
που συνοδεύουν τη βραχνή φωνή σου
το μαγαζί θα το’ χω αγκαζέ
μονάχα εγώ θέλω ν’ ακούω
νταλγκαδιασμένος τα τραγούδια σου
και να γεμίζω ζάλη

…………………………………………………

Βιάζονται τα ποιήματα
να κάτσουν πάνω στο χαρτί
τόσο καιρό
καλά περνούσαν μες στο πνεύμα μου
τώρα θέλουν να δουν το αποτέλεσμα
θέλουν να μάθουν αν αξίζουν



…………………………………………………

Οδός Αθηνάς
-Όμορφη κοπέλα μη στέκεσαι έξω στα τσουβάλια έλα μέσα στα σφαχτάρια ,
της είπε μερακλωμένος
ο χασάπαρος

-Δεν μπαίνω στα βαθειά της αγοράς άδικα με περιμένεις
Σταματώ μπροστά στην είσοδο μονάχα για στραγάλια
και για ξηρούς καρπούς

με ζαλίζει το αίμα
με τρομάζει ο θάνατος

……………………………………………..

Αναστατώνεις τους άντρες
με την ομορφιά σου
με τα κουνήματα
και τη γυμνή σου μέση

κρυφά φουντωμένος
είμαι κι εγώ μαζί σου
κι ας παριστάνω τον αδιάφορο

φιλάρεσκη γιατί νευριάζεις ;
κι εγώ σε γουστάρω
κρυμμένος μες στη μοναξιά μου

……………………………………………..

Δωδεκάστιχο για μελιτζάνες
Μελιτζάνες και πατάτες
όλες τηγανιτές
σερβίρουν κάθε βράδυ στην ταβέρνα

Στη μακρινή Χιλή για τις πατάτες
ολόκληρη ωδή έγραψε ο Νερούντα
< όλο τις μάσαγε και τις γλεντούσε >

…όμως απόψε σώθηκαν νωρίς
και το τηγάνι βγάζει μόνο μελιτζάνες
καίγοντας λάδι από βουνό ελληνικό

Τις παραγγέλνω και τις αλατίζω
γεμάτες νοστιμιά τις δοκιμάζω
Γράφω και δωδεκάστιχο για χάρη τους

……………………………………………..

Μου λέγαν τα καμένα ξύλα :
μας μάζεψες χλωρά
και μέσα στη φωτιά μας έριξες
μαζί με τα δαδιά

κι έτσι γίναμε στάχτη

η υγρασία
δε μας γλίτωσε

……………………………………………..

Ιδρωμένος έρωτας
γεμάτος με την υγρασία
των φιλιών
και του κορμιού σου

μουσκεμένος έρωτας
με τους θερμούς χυμούς
που όλο μου φέρνεις
……………………………………………….

Στα μικρά μερμήγκια
που σεργιανούσαν στην κουζίνα
έριξε κατσαριδοκτόνο
και τα ξέκανε

-τι λύσσα
φώναζαν ξεψυχώντας
τόσο ακριβό δηλητήριο
μας έριξε η νοικοκυρά
για να φλομώσει
τα φτωχά κορμιά μας

έφτανε ένα φτηνό εντομοκτόνο

…………………………………………………

Θέλει μαλακό παλμό
ο έρωτας
πάνω στο τριζάτο κρεβάτι

τα κορμιά να κινούνται απαλά
να μην ενοχλούνται
οι ζηλιάρες του βίδες

…………………………………………… ….

οοοοοοοοοοοο

Άτσαλα τα τραβούν στην Ευελπίδων
τέτοια όμορφα κορίτσια

τις σέρνουν δύο δύο
τις πάνε για το δικαστή

σφιχτά βραχιόλια
άσπλαχνα

ήρθαν απ’ τη Ρωσία
για να χορτάσουν τους χαρμάνηδες

τώρα έχουν ερημώσει
μπαρ καφετέριες
και ξενοδοχεία

…………………………………………………
Παλιά ήμουν καράβι
κι όλο ταξίδευα

τώρα έγινα μουράγιο
πάνω μου δένουν
τα καράβια

……………………………………………….

Σου τ’ αντιγράφω
και τα φτιάχνω ματσάκι

ένα μπουκέτο ποιήματα

απ’ το περιβόλι μου
απ’ το τετράδιο μου

…………………………………………………

Από μακρινή θάλασσα
ήρθε κατεψυγμένο το χταπόδι

τώρα ζεστάθηκε λιγάκι

κομμένο σε πλοκάμια
λιάζεται κρεμασμένο στα σύρματα
της γραφικής ελληνικής ταβέρνας

…………………………………………………

Τσάντα μικρή κρατούσε
η όμορφη κοπέλα

εύκολα τη βούτηξε ο κλέφτης
τρέχοντας με τη μηχανή

πού να σηκώσει τη δικιά μου
γεμάτη τεφτέρια και βιβλία

…………………………………………………

-Δώσε μου τώρα τη ρόγα μου ,
της είπε ο χαρμάνης ,
τόσο πολύ κουράστηκα
για να σε φέρω στο πάρκο

-Πάρε λοιπόν τη ρώγα μου ,
απάντησε η ωραία Αντιγόνη,
αυτή είναι η αμοιβή σου
για την αγάπη που μου έχεις

Με χάδια και φιλιά
μεράκλωνε ο λεβέντης

ήρθε πια η ώρα να σμίξουν
και να γίνουν ένα
το όμικρον και το ωμέγα

……………………………………………….

Σαν τηλεφωνικός κατάλογος
τα περιεχόμενα
της μεγάλης ανθολογίας

Δίπλα στο Λειβαδίτη
κάθεται ο Λειβαδάς
Κοντά στο Ρίτσο
στήνεται ο Ριτσώνης

Με τέτοιο τρόπο
< στις τελευταίες σελίδες >
κάποιοι άγνωστοι σφαντάζουν
και κορδώνονται
δίπλα στους δοξασμένους

……………………………………………….

Άσπρα σπίτια αραγμένα
σαν καράβια
μέσα στην πρασινάδα

κοντά τους σαν ψαράκι
τριγυρνά η μοναξιά μου

Μέσα στα χρώματα της εξοχής
που έγινε πράσινη θάλασσα
προσπαθεί να βρει παρηγοριά

……………………………………………….

Χωρίς πυροσβεστήρα
πολεμά η μοναξιά μου
τη φλογερή σου ομορφιά

Με πλησιάζει το κορμί σου και η φωτιά
αρχίζει να φουντώνει

για χάρη σου
θα γίνουν κάρβουνο
τα διψασμένα μου δέντρα

……………………………………………….

Παρατημένο λεωφορείο
τώρα έγινες κοτέτσι

χωρίς ρόδες
χωρίς μηχανή
σκουριάζεις μέσα στα χωράφια

οι κότες δε θέλουν ταξίδια
κάνουν ήσυχα τ’ αυγά τους
πάνω στα παλιά καθίσματα

…………………………………………………

Ποιήματα μικρά
χρειάζομαι
για να χωρέσουν
μες στο τσεπάκι
της καρδιάς

…………………………………………………

Εσύ είσαι η βενζίνα
που γεμίζεις το ντεπόζιτο
της κούρσας μου

κι όλο βάζεις σε διαδρομές
τη μοναξιά μου

με απόγνωση
τρέχει στα ραντεβού

…………………………………………………

Μου φαίνονται λίγες οι λέξεις
σ’ αυτό το ποιηματάκι

μαζί με τα άρθρα
μονάχα 24

Και τι να πουν οι Γιαπωνέζοι
που γράφουν χαϊκού ;
…………………………………………………

Αναμμένο το τσιγάρο
έκαιγε δίπλα τους
μες στο σκοτάδι

,,,από το τασάκι έβγαινε καπνός
από τα κορμιά τους λάβρα…

Ξεκίνησαν απότομα τον έρωτα
και ξέχασαν να το καπνίσουν

< η κάφτρα έκαιγε μαζί τους >

Σε λίγο τέλειωσαν και σβήσαν τα κορμιά τους

< έσβησε κι η κάφτρα
κύλησε μονάχη της μέσα στη στάχτη >

…………………………………………………

Φεύγει ο έρωτας
και μένει μόνο
ο καημός

Φεύγουν τα πουλιά
και το δέντρο
ερημώνει

…………………………………………………

Προσπαθώ να σταματήσω το χρόνο
κι όλο απλώνω το χέρι

εύκολα μου ξεφεύγει
γλιστρά γρήγορα
σαν αέρας
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα μου

…………………………………………………

Άτυχε τζίτζικα
σε κατάπιε το πουλί

ολόκληρος τραγουδιστής
και χώρεσες μέσα
στο μικρό του στομάχι

…………………………………………………

Σπιτάκι κίτρινο
σαν καναρίνι

κι απ’ τα ανοιχτά παράθυρά του
ξεχύνονται ρεμπέτικα τραγούδια

…………………………………………………

Αδιάφορα μοντέλα
καθισμένα σε πολυθρόνες
κοιτούν τη γριά καθαρίστρια
που γυαλίζει κουρασμένη τη βιτρίνα

ακίνητες και λυγερές
οι ωραίες πλαστικές κούκλες
κάνουν φιγούρα στους διαβάτες
με τα’ ακριβά τους φορέματα

-σηκωθείτε γόησσες
βάλτε κι εσείς ένα χεράκι

Μόνο για την ομορφιά τους νοιάζονται
που φέρνει λεφτά στους μαγαζάτορες

…………………………………………………

HOTEL ETOILE

Στα κρεβάτια του
πριν 40 χρόνια
καιγόμουν ολόκληρος
μαζί με το κορμί της

όμως απόψε
πήρε φωτιά στ’ αλήθεια
το παλιό ξενοδοχείο

ΦΩΤΙΑ στο Εtoile
καίγεται η 3ης Σεπτεμβρίου

έρχονται πυροσβέστες
να σώσουν το ερωτικό μνημείο

……………………………………………….

Δε χώρεσε το αίσθημα
μέσα στο μικρό χαϊκού
Δεν μπόρεσα να συμπυκνώσω
σε λίγες λέξεις
όλη τη μοναξιά μου
Χρειάστηκε να γράψω εξάστιχο

…………………………………………………

Πώς περπατούν τα ποδαράκια μου
τώρα που έγιναν καλά

Τόσους μήνες πόναγαν
άλατα , χτυπήματα
χαλασμένες αρθρώσεις

όμως τώρα αμολήθηκαν
σε ανηφόρες
και σε κατηφόρες


http://www.poiein.gr/archives/9573