Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

«Υπερώον»

Π Ρ Ο Σ Ε Γ Γ  Ι Σ Η

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες,
για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ το παράθυρο,
όταν δυο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο
λαθραία υφάσματα,
όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,
κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μας πλησιάζει
όλους ανεξαιρέτως
διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

Αθήνα, 13.ΙΙΙ.85


Χ Ω Ρ Ο Σ  Α Π Ο Ρ Ρ Ι Μ Μ Α Τ Ω Ν 

Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά, 
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει
όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.

Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85


Ε Π Ι Τ Ε Λ Ο Υ Σ

Πριν από εσένα ήσουν εσύ;
Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι
πέταξα το ποτήρι απ το παράθυρο.
Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο:
«υπάρχουμε».

Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Δ Ι Ε Ι Σ Δ Υ Σ Η

Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
τα δες απ την κλειδαρότρυπα 
λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν
να περπατάς ξυπόλητος
μη σ ακούσουν.


Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Τ Ο  Α Δ Ι Α Β Α Τ Ο

Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν·
δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
Έσπασε το θερμόμετρο,
ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα
μας σταμάτησαν.
Τα ψεύτικα διαβατήρια
ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.

Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85


Ο  Ω Ρ Α Ι Ο Σ  Δ Ρ Α Π Ε Τ Η Σ

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.

Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85


Δ Η Μ Ο Σ Ι Ο  Π Α Ρ Κ Ο

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
λάμπουν ωραία. Όμως, προπάντων,
αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου
να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.

Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85


Υ Α Λ Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Α

Οι φούρνοι των υαλουργείων· φλόγες, διαθλάσεις,
κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.
Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,
ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,
τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία –
μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους,
πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε –είπε–
αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, η διαψευσμένη,
η προδοτική.

Αθήνα, 20.ΙΙΙ.85


Π Α Ρ Α Π Λ Α Ν Η Τ Ι Κ Ο

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.

Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85


Τ’  Α Σ Π Ρ Α  Β Ο Τ Σ Α Λ Α

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες· με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης. 

Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85
 

 
Μια σημείωση του ποιητή 
Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ' την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β’ γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985.
*

Το σημείωμα της Έρης Ρίτσου από την έκδοση

ΥπερώονΜια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Μία απ’ τις πολλές, σχεδόν πενήντα, που άφησε πίσω, μετά το θάνατό του, ολοκληρωμένες, έτοιμες για έκδοση. Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν αμέσως μετά στον τόμοΑργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και κάποιες άλλες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους τόμους Ποιήματα που ακολούθησαν, με καθαρά χρονολογικά κριτήρια.

Στο διάστημα που προηγήθηκε, μετά την ανακοίνωση αυτής της έκδοσης, δέχτηκα διάφορα ερωτήματα σχετικά. Δύο είναι τα κυρίαρχα: Γιατί αυτή η συλλογή –ή και πολλές άλλες– δεν είχε εκδοθεί στη διάρκεια της ζωής του Ρίτσου; Γιατί η αυτόνομη έκδοση αυτής της συγκεκριμένης συλλογής τώρα;

Είναι γνωστό –ή τουλάχιστον εγώ το έχω ξαναπεί– πως ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του. Έγραφε λοιπόν καθημερινά, ώρες πολλές, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστια ποιητική παραγωγή. Τρεις και τέσσερις και πέντε ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές μέσα σ’ ένα χρόνο είναι λογικό πως για λόγους πρακτικούς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στη διάρκεια του έτους γραφής τους. Ούτε οι εκδότες του μα ούτε και το αναγνωστικό κοινό θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια τέτοια παραγωγή. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να επιλέξει τι θα εκδοθεί και τι όχι.

Οι επιλογές του δεν είχαν χαρακτήρα «αυτολογοκρισίας», όπως έχω ακούσει να λέγεται, αλλά εξαρτιόνταν από τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και από τη συγκυρία. 

Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα. Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση. 

Έρη Ρίτσου
(Εκδόσεις Κέδρος)

***
Στη Σάμο
 

«Το Υπερώον»


Πρόκειται για μία ακόμη αποδέσμευση δημιουργημάτων του Ρίτσου,έχοντας την έγκριση της κόρης του Έρης. Τα πρωτοφανέρωτα υπερώα ποιήματα είναι γραμμένα κυρίως με μια υπαρξιακή υπερ-οπτική, χωρίς βέβαια να αποξενώνονται από τον αγωνιστικό μύθο, ο οποίος όμως ενυπάρχει ως αχλή και ως μοτίβο.
Είναι 72 ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιητικά, στο πολυτονικό σύστημα. Από θεματική και μορφική όψη αντιστοιχούν στο κλίμα των ποιητικών εγκολπίων «Μαρτυρίες» (1966) και «Λοιπόν;» (1978), όπου η ελλειπτικότητα έχει δώσει τη θέση της στην υψηλόφρονα διατύπωση του επαναστατικού οίστρου, η οποία κυριαρχεί στα στρατευμένα έργα του.
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά Λακωνίας και πέθανε στις 11 Νοεμβρίου του 1990 στην Αθήνα. Πιστός στο όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του σε φυλακές και εξορίες.
Μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 τιμήθηκε ως ποιητής από όλους σχεδόν τους χώρους.
Από το «Υπερώον» του, από το υπερυψωμένο δώμα του, από τον πανοπτικό του εξώστη, «ο ποιητής της Ρωμιοσύνης» μετεξελίσσεται σε ποιητή της εσωτερικότητας, παρατηρώντας τα συμβάντα του καθημερινού βίου, διαλεγόμενος με το αίνιγμα, το μυστήριο, το χρόνο, τα πρόσωπα, τα προσωπεία, τη φθορά, τον έρωτα, το θάνατο.
Τα δέκα ποιήματα προδημοσιεύτηκαν από το ΑΜΠΕ (Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων), στις 23/10/2013.
http://zbabis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_1359.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: