Αναγνώστες

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως, κρυμμένος σὰν ἀετός, μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος, ὁ πρῶτος μου ἑαυτός... ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Νατάσα Χατζιδάκι, Μία Επιλογή Ποιημάτων της, 1976-1990





ΔΕΛΤΙΟΝ ΑΤΜΟΠΛΟΪΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ


Το μπλε ιστιοφόρο του στήθους μου
υμένιο στα χέρια των μεταπρατών
Παρακεντούμαι
για ένα αιμόρευμα
προεκτείνομαι
για μια καμπύλη ελπίδα
αποστερούμαι
για μια επίτευξη φωτοδιάθλασης
καταστρατηγούμαι
για μια πυλαία ακτίνωση
ΛΥΣΗ ΣΠΑΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΨΥΧΡΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ
επίτευξη :
φωτοδιάθλαση με ξεσχισμένα χείλη.
ΕΝΑ ΚΙΤΡΟ ΣΑΠΙΖΕΙ ΑΡΓΑ Σ’ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΒΑΖΟ ΜΕ ΓΛΥΚΟΖΗ. Νύχτα.
ΚΑΘΕΣΤΩΣ


Επίχρισμα στο ρούχο, το αίμα που αναπαύεται στους τριαρτηριακούς χώρους,
τοιχωματική έκφυση στα κρατητήρια των λεοπαρδάλεων – κυκλοφορώ μέσα στους
υπνοβάτες
με επιχείλιο πακέτο τις αναλήψεις μου
κι είναι καλό
που σε βρίσκει το καλοκαίρι έτσι ανάσαρκο
κι είναι καλό που τα οιδήματα της πόλης τα σηκώνουν οι
διατάσεις των ήχων
κι εγώ τα οσφραίνομαι
οι οιμωγές μου διευρύνονται
με την παράπλευρο κυκλοφορία του κορμιού
με τον ιδρώτα στα εκκριτικά κύτταρα
μέσα στην μέρα εσύ ερμαφρόδιτος
μέσα στην μέρα κι εγώ
μαύρο περίστροφο σε ανθοστήλη
ΥΜΕΝΑΙΟΣ


Ένα υγρό στρώμα φθινοπωρινά φύλλα
κι από κάτω θαμμένα τα ηλεκτρικά μου μίξερ
τίναξα καθόλου τά φύλλα του ημερολογίου τον Μάϊο
τρίγκ τρίγκ σπάω
φύγε μετά ή πριν
θα κοιμηθείς με παγάκια στα χέρια
και στη θήκη του πικ-άπ ό Ντέϊβιντ Μπόουϊ είναι πεθαμένος σαν ουράνιο τόξο
να ή πιο κοφτερή
να ή πιο κρύα
θα δεις
καλύτερα χωρίς έμενα εγώ
μου άρεσε τώρα πιο λίγο από πολύ
σκοτάδι και λίγο καφέ με τα μπεζ εντόσθια πουλιών
και εικόνων ζωγράφων από πάντα και από
εκεί δίπλα αυτή ή
(Από την συλλογή «Ακρυλικά», Πολυπλάνο 1976)


ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


Μωβ μαραίνεται πράσινο πασχαλιές πού
πάλι Πάσχα είναι. Κόβει τις κύστεις των
ματιών, ρήξη Μαΐου έρχεται με λύσσα –
υγρές γεννήτριες τα μάτια του
πυρκαϊάς χρήσιμο φόντο, συστάδες τα
πουλιά μετακινούνται πάνω από στέγες
ενσκήπτουν βλοσυρά στα φυτώρια από τουλίπες
χαμηλού βολτάζ, ποταμών ψάρια ψάλλουν
μασάει το λεμόνι της οι εξατμίσεις
την στεφανώνουν, τα μάλλινα της βρέχονται
του εαυτού της μοιάζει ομολογούν πλήρη απάθεια
θα πιει παλαιωμένο τούλι αφέψημα φτύνει
το νυφικό πού θαύμασε το ηλεκτρικό της
σίδερο την γαύγισε
– «πρόσεξε», τότε μου είπε
«μην κάνεις αυτούς τους φρικτούς μορφασμούς.
Αν αλλάξει ο άνεμος
το πρόσωπο σου θα μείνει έτσι για πάντα. Και
μην καταπίνεις αυτούς τους σπόρους. Μηλιές θα φυ­τρώσουν
στο στομάχι σου και θα σε πνίξουν» –
άρτιγέννητα θαλασσίων λεόντων
με λυγμικό κλάμμα βγαίνουν στους βράχους των ποιημάτων
του Τέννυσον.
Βγαίνω πίσω τους
κρατώντας ζεστό ν’ αχνίζει πλαδαρό τον πλακούντα.
ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
ΜΙΑΣ ΝΕΚΡΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ


Σε σκοτεινή απόρριψη ανοίγει
λάθος εξάμηνης ημέρας.
Αύτη κοιτάζει με χαμένο βλέμμα
κυλάει σε λευκά κενά
σε άδειο σταθερά εκλείπει.
Ίσως υπήρξε ως περιπατήτρια
ως προσκολλήθηκε γοργά στο εύγευστο
με κάποιο γείσο για τα περιττά στα μά­τια
με την υποτροπή του φύλου σε ανέχεια
ανοιχτή.
Ίσως εστράφηκε στα γηραιά εναντίον και χτυπήματα.
Ίσως εσφάδαξε βαθειά στην άκρη λασπερή και του
χειμώνα
την νυχτερίδα πού τεντώνεται ίσως συ­νέλαβε
ψάρι, ψαρίσια ουρά σε παγερές ακτές
χτυπούσε
μάτι κλειστό στο ηλιοβασίλεμα
μάτι ερπετό την είχε πάρει.
Την έχρισαν η ηγουμένη παφλασμών και την εδείπνησαν.
Με το πιο μαύρο φασικές εκκρίσεις καταστείλει είχε.
Και βλέπει απόψε. Είδε: Εάν φορούσε τα λευκά.
Εάν φορούσε – λευκά για
τον λαιμό
και παρακάτω.
Σε καταρράκτες λάμψεων θα έλαμπε.
Σε καταρράκτες ανεμίζουν ισχυρά νεκρών τα τρισθενή
πηλίκια - κολάρα και γραβάτες
ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑΣ


Για τους μεγάλους τελικούς οί πένθιμοι
τραβούν μαζί τους ύμνοι την βραδιά μου πού πεθαίνει.
Μέσα στο στόμα του τα χείλη μου
άσπρα τα ρούχα
πού φορά και με φωτίζουν.
Μου δίνουν λίγη λάμψη
και την παίρνουν. Γκρίζα κουρέλια. Πολυελαίους του
μυαλού μου.
Το μαύρο αυτό τα κοφτερά του χείλη το διέσχισαν.
Χλόες των δέντρων οι απειλές πού τον φοβούνται.
Το λεπιδόπτερο, από ρεύμα ανατράπηκα, τα ζωτικά
φορτία σπάζουν
σπάζει
μεμβράνες οικειοτήτων με την άνοιξη
όμοια δεύτερα εναλλάξ με πρώτα.
Σατέν εσάρπα του αφήνω στις οπές.
Τρέχω ακατάπαυστα και κυματίζω.
Νούφαρα οι πολύποδες νερών
με ανεβαίνουν
κι εγκαθιστούν
με αιματωμένο ρύγχος οικισμούς.
Προς χάριν.
(Από την συλλογή «Δυσαρέσκεια», Πλέθρον 1984)


ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΑΣΤΗ


Είσαι μία πόλη Σκυθική.
Σκαπάνες των Ασσυρίων μόλις ανασύρουν.
Ναυάγιο ανελκύεσαι.
Με τα εντόσθια πλήρη. Γλιστερά σκεύη. Δοχεία.
Θαλάσσιους οργανισμούς. Κήτη και ρόδακες.
Ένα αόρατο Σύμπαν σε συντήρησε.
Δεν είσαι ένας Ίκαρος πού πέφτει τώρα. Θα χρειαζόσουν
ένα Δαίδαλο επιεική — μία διαρκή διψομανία για τα ύψη.
Σκόντο μη χάους. Πριν από σένα, μια παγωνιού ουρά.
Διαλυμένη ουρά μετεωρίτη συλημένη.
Δροσερή σαμπάνια. Καυτερό φραπέ, πριν από σένα.
Έστω. Σε ακολουθούν.
Και ως ναυάγιο, ανελκύεσαι, υπάρχεις.
Εφεδρικότερος από σένα μόνον ο ‘Ήλιος.
Αυτή την νύχτα, το περισσότερο Αστέρι δραπετεύει.
Η πιο ψηλαφητή μονοτονία σε σάρκες υπαρκτές
θα καταφύγει.
Προς φτέρην.
Προς νήσον.
Να σείεσαι. Θαυμάζοντας τις χαράδρες.
Έντομα φύονται στα μαλλιά σου.
Φτύνουν το λίπος. Και φθίνουν
ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


Με ένα βηματισμό ηνίοχου έρχεσαι προς έμενα κάθε νύχτα.
Ό σκουριασμένος σου χιτώνας σε τραβά στο παρελθόν.
Κι εσύ απελπισμένα με το μαστίγιο σου μαστιγώνεις
δέσμες αδάμαστων ενιαυτών πού σε μαστίζουν.
Ξυπνάω έντρομη. Τινάζομαι.
Η σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου είναι πάμφωτη
πνιγμένη σε κισσούς και πράσινα αόριστα πού κυματίζουν.
Απάνω τους φωλιάζουν πεταλούδες-κύκλωπες, μουγκά
τριζόνια,
τεράστια σκιά χιτώνα πού ανεμίζει, άρματα χρυσαφιά
με άλογα πού αλυχτούν σαν τα σκυλιά,
φριχτές συνάξεις. Πλήθη στρατιωτών πού σε ακολούθησαν,
με δόρατα και ασπίδες ματωμένοι,
κοόρτεις
αλλά και τα βαριά, μαρμάρινα αγάλματα,
και τα βαριά, μαρμάρινα επιτύμβια και λήκυθοι
πού σε περιστοιχίζουν,
την σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου διασχίζουν.
ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ
ΝΤΑΝΤΕ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΡΟΣΣΕΤΤΙ



Αρέσουν αυτές οι σποραδικές ανακατατάξεις

των ήμερων

όπως… μια στρατιά νυμφών πνίγεται στους βάλτους

ανεμίζοντας τα κίτρινα συναισθήματα των εξόδων

όπως… ανθοκόμος από στέρεο βίτσιο

μεταφέρει την γύρη σε ετεροθαλή…

επιμιξίες πού καταυγάζουν την όσφρηση. Δίκοχη

Αγία Μάγισσα Δίκοχη.

Δέντρο πού σείεσαι χωρίς οι

τροχοί του αέρα να σε βασανίζουν, μαραίνονται

συνεχώς τα ροζ τριαντάφυλλα στις κομβιοδόχες του φράκτη

τα πέταλα τους πέφτουν χωρίς αναμνήσεις και αναγεννούνται

…χτυπήματα του τηλεφώνου
μαύρου, θραύσμα αποθάρρυνσης, χωρίς.
Χτύπημα ερύθημα νεύμα αριθμητικό αξιοπερίεργη αίσθηση
αοράτων να αιωρούνται μικτά επίορκα.
Αρώματα μας παίρνουν
στα δάση, στα ποτάμια, εκτυφλωτικά.
Ιριδίζουν οι πανοπλίες
της Άνοιξης, τις ακολουθούν υπνοβάτες με ανεπίτρεπτο
όνομα: Μαραίνου, μαραίνου –
Μικτά επίορκα των αρωμάτων, προστριβές εκλάμψεις
σε λίμνες και στον μέγα Κόγκο με τις ιθαγενείς οσμές των
υπό μάλης.
Αποσυνδέονται οι αναρτήσεις των υφασμάτων.
Γιατί τα στόματα της ηδονής είναι τόσο παράδοξα.
Τίποτε πια σε σένα δεν με εκπλήσσει.
Για ένα μέλλον διαρκές σε χρόνο αόριστο ή στιγμιαίο.
Για έναν ίδιο, ωστόσο άλλον, ένα Βιργίλιο
με θεϊκή αποστολή για να σε σώσει.
(Από την συλλογή «Άλλοι», Κέδρος 1990)


ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ. Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1946 και ήρθε το 1964 στην Αθήνα, όπου σπούδασε δημοσιογραφία, και αργότερα αγγλική λογοτεχνία στο Λονδίνο. Στην Αγγλία έζησε συνολικά 5 χρόνια.
Συνεργάστηκε στη σύνταξη των λογοτεχνικών περιοδικών «Πρόσωπα», «Σήμα» και «Ρεύματα». Επίσης, συνεργάστηκε ως παραγωγός εκπομπών λόγου στην Ελληνική Ραδιοφωνία/ Τρίτο και Πρώτο Πρόγραμμα, καθώς και στην ΕΤ1.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και γαλλικά.
Βιβλία της: ΠΟΙΗΣΗ: «Στις εξόδους των πόλεων», Περγαμηνή, 1971, «Ακρυλικά», Πολυπλάνο, 1976, «Δυσαρέσκεια», Πλέθρον, 1984, «Άλλοι», Κέδρος 1990, «Βαθυέρυθρο», Νέο Επίπεδο, 2005.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ: «Συνάντησέ την το βράδυ», Μικρή Εγνατία, 1979, «Ιβίσκοι, νάρκισσοι», Κέδρος, 1985, «Ξένοι στην πόλη», Κέδρος, 1993.

http://www.poiein.gr/archives/387


Η Νατάσα Χατζιδάκι εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017 σε ηλικία 71 ετών, ήταν μία από τις πιο διακριτές αλλά και διακριτικότερες φωνές της λεγόμενης γενιάς του ’70, της γενιάς της αμφισβήτησης. Γεννημένη στο Ρέθυμνο το 1946, ήρθε στην Αθήνα το 1964, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Η εσωτερική καταβύθιση, η οδύνη, ο έμφυλος στοχασμός μπροστά στον καθρέφτη της ζωής και του θανάτου ανιχνεύονται έντονα και διαρκώς στον στίχο της. Λυρική και ειρωνική, δαμάζει το σκοτεινό της ύπαρξης μετασχηματίζοντας το λιγοστό φως της σε στοχασμό. Από τον υπερρεαλισμό έως τη ροκ εκφραστικότητα και από το κινηματογραφικό cut μέχρι τη beat γραφή κινήθηκε σταθερά και σθεναρά πάνω στην ποίηση εντάσσοντας στον στίχο της τη γυναικεία καθημερινότητα και υπόσταση, χωρίς κατ' ουδένα τρόπο να δημιουργεί «γυναικεία ποίηση». Η τρυφερότητα και το τραύμα, η ελευθερία της γλώσσας και η προφορικότητα του λόγου της, οι νεολογισμοί, τα λογοπαίγια και οι εσκεμμένες ασυνταξίες της και τα φαινομενικά παράταιρα τοποθετημένα σημεία στίξεως, έτσι όπως διαπλέκονται με τη σκέψη και τον σαρκασμό της, δημιουργούν το πεισιθάνατιο τοπίο στην ποίησή της. Πολλές φορές καταφεύγει σε ένα γοητευτικό παιχνίδι χρήσης προσωπείων γνωστών γυναικών (Ντόροθι Λαμούρ, Άννα - Μαρία Πιεράντζελι, Μία Φάροου, Νάταλι Γουντ, Τζάνετ Λι) αναζητώντας ουσιαστικά θραύσματα του δικού της προσώπου. Η ποίησή της, όπως σημειώνει ο Αλέξης Ζήρας, «χαρακτηρίζεται από παράδοξη και αντιφατική εικονοπλασία, μέσω της οποίας άλλοτε σατιρίζονται και σαρκάζονται και άλλοτε μυθοποιούνται ή και εξιδανικεύονται τα αποσπασματικά βιώματα, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και η ψυχική περιπέτεια της σύγχρονης γυναίκας».
Σωματική, έμφυλη, στοχαστική. Η Νατάσα Χατζιδάκι, που έφυγε Τετάρτη, από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών, ήταν μία από τις φωνές της λεγόμενης γενιάς του ’70, της γενιάς της αμφισβήτησης. Γεννημένη στο Ρέθυμνο το 1946, ήρθε στην Αθήνα το 1964, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Αμέσως μετά, λόγω της δικτατορίας, κατέφυγε στο Λονδίνο, όπου σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και έζησε για πέντε χρόνια, συνεργαζόμενη με το BBC, μαζί με τον τότε σύζυγό της, ποιητή Μιχάλη Μήτρα, ο οποίος παρέμεινε στο πλάι της μέχρι την τελευταία της στιγμή. Με την επιστροφή τους στην Ελλάδα, η Νατάσα Χατζιδάκι εργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ εργάστηκε ως παραγωγός εκπομπών λόγου στο Πρώτο και στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, καθώς και στην ΕΤ1. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.


Δεν υπάρχουν σχόλια: